5.11.09

Η συμμετοχική τσιμεντούπολη



Λόντρα, Παρίσι, Νιου Γιορκ, Βουδαπέστη, Βιέννη
Μπρος στην Αθήνα καμιά μα καμιά σας δεν βγαίνει
Γιατ' είναι πάντα γιομάτες με ρόδα οι ποδιές της
Κι' άσπρες δαντέλες τυλίγουν τις ακρογιαλιές της


Μ. Τραϊφόρος, Λ. Ραπίτης (1946)

Εκών-άκων είμαι αναπόφευκτα Αθηναίος. Προσπαθώ από παιδί να αρνηθώ την Αθηναιοποίησή μου, αλλά παρά τις περιόδους φυγής, παρότι δεν έζησα σε αυτή την πόλη παρά από τα δεκαπέντε μου και μετά, είναι τέτοιο το βάρος των συσσωρευμένων εμπειριών και των επιβατικών χιλιομέτρων που μόνο ως έμμονη αδιαλλαξία μπορεί να ερμηνευτεί η άρνησή μου να θεωρήσω εαυτόν Αθηναίο.

Φταίει που κανένας δεν μπορεί να είναι Αθηναίος-Αθηναίος; φταίει πως πλην του Παναθηναϊκού ποτέ δεν μου άρεσε τίποτα σε αυτήν την πόλη, παρά μόνο όταν ήμουν επισκέπτης και τουρίστας; Φταίει πως σε πολλές περιοχές της επικράτειας λένε αυτός είναι Αθηναίος με τον ίδιο τρόπο που λένε αυτός είναι μαλάκας; Δεν ξέρω. Ξέρω όμως ότι αυτό το γενικευμένο έλλειμμα τοπικού πατριωτισμού, είναι σπάνιο παγκοσμίως και επιδέχεται πολλές ερμηνείες, από τις οποίες οι περισσότερες δεν αντικατοπτρίζουν παρά τις εμμονές και την επιλεκτική όραση των αναλυτών και σχολιαστών. Όπως π.χ. η δικιά μου. Η δικιά μου μερική εκδοχή / μυθολογία για την αυτοάνοση σχεδόν πάθηση της Αθήνας λέει τα εξής:

Η Αθήνα διαμορφώθηκε μέσα από ένα ιδιόμορφο διάλογο μεταξύ πολεοδόμων, εργολάβων, πολιτικών, μικροϊδιοκτητών, μεγαλοϊδιοκτητών και νεωτερικότητας. Στο διάλογο αυτόν σημαντική ήταν η συνεισφορά της αντίληψης που έφερναν σε κύματα αλλεπάλληλοι έποικοί της, μιας αντίληψης χωριού που αδυνατούσε να κατανοήσει ή να εκτιμήσει την ανάγκη συνολικού αστικού σχεδιασμού, την ανάγκη για δημόσιους χώρους, για χώρους πρασίνου και για οιουδήποτε είδους όρια και περιορισμούς της ιδιοκτησίας. Μέσα σε συνθήκες πληθυσμιακής έκρηξης μετά τον πόλεμο, ιδεολογικής πρωτοκαθεδρίας του «σύγχρονου» πάνω στο παλιό και ξεπερασμένο και της χρησιμοκεντρικής αντίληψης για το ορθολογικό, το γενικό νταλαβέρι που ονομαζόταν πολιτική στην πελατειακή μας δημοκρατία μετά τον πόλεμο οδήγησε στην Αθήνα όπως την γνωρίσαμε εδώ και μερικές δεκαετίες. Αντικειμενικά η «επικράτεια της πολυκατοικίας» που προέκυψε, και πρέπει να το τονίσουμε αυτό, οδήγησε σε μια γενική βελτίωση των όρων διαβίωσης της μέσης οικογένειας, με τόσο μικρό κόστος, που σίγουρα αποτελεί παγκόσμιο υπόδειγμα Δεν ήταν ακριβώς μια δημοκρατική διαδικασία ίσως, αλλά όλο αυτό δεν συντελέσθηκε ερήμην των κατοίκων της. Έγινε με την ενεργητική και ενθουσιώδη συμμετοχή τους (ή πολλών εξ αυτών έστω).

Όταν όμως τελείωσε σχεδόν το έργο αυτό (όταν τελείωναν και τα οικόπεδα περίπου), ο πληθυσμός της Αθήνας είχε αστικοποιηθεί, είχε δει τι υπήρχε στην Λόντρα, στο Παρίσι, στο Νιου Γιορκ και στην Βιέννη, είχε συνειδητοποιήσει πως δεν υπήρχαν δημόσιοι χώροι, χώροι πρασίνου, περίπατοι, πως τα πεζοδρόμια ήταν υπό κατάργηση και άρχων της Αθήνας ήταν το αυτοκίνητο και αισθάνθηκε μειονεκτικά. Εξ ου και προκύπτει η Αθήνα ως επαχθής «τσιμεντούπολη». Η Αθήνα πρέπει να είναι η (δυτική) πόλη εκείνη όπου η συλλογική αισθητική των κατοίκων της εξεγείρεται περισσότερο εναντίον της τοπικής και γενικής εικόνας της πόλης τους, από οιαδήποτε άλλη στον κόσμο. Και αυτό είναι οξύμωρο δεδομένου ότι λίγοι από τους δυσανασχετούντες (και αυτοί πρόσφατα) θα είχαν τον οποιονδήποτε ενδοιασμό να παραδώσουν ένα οικοδομήσιμο οικόπεδο σε κάποιον εργολάβο για να κτίσει πολυκατοικία. Πρόκειται για μια αντίφαση μεταξύ ανάγκης και επιθυμίας; Πρόκειται για απαίτηση, ίσως, επιβολής κανόνων απέξω; Το θέμα είναι πως αυτή η αντίφαση είναι στα θεμέλια της αθηναϊκής σχιζοφρένειας. Μαζί βέβαια με το αντικειμενικό γεγονός της μη-βιωσιμότητας της πόλης, για τους περισσότερους που έχουν την ατυχία να εργάζονται σε αυτήν. Αλλά εδώ, πέρα από την αισθητική και το τσιμέντο, μπαίνουν στην εξίσωση και οι δημόσιες επενδύσεις, το πρότυπο ανάπτυξης, οι οικονομικές ανισότητες, η εκπαίδευση, η βασιλεία του αυτοκινήτου, η απουσία περιβαλλοντικής πολιτικής, οι εργασιακές σχέσεις: πληγές της χώρας συνολικά που στην Αθήνα πονάνε περισσότερο και δένουν με το άδεντρο τοπίο σε μια κοινή και απεχθή εικόνα.

Για τους τουρίστες βέβαια, η εικόνα είναι άλλη: πρέπει να ζεις μακριά από την πόλη (ή έστω να βιοπορίζεσαι ανεξάρτητά της) και να την επισκέπτεσαι για να εντοπίσεις τα πραγματικά της πλεονεκτήματα και να μπορέσεις να διακρίνεις έναν νευρικό δυναμισμό που εξαντλείται κατασπαράσσοντας τις ίδιες της σάρκες της πόλης και δοκιμάζοντας τα όρια των κατοίκων της. Και ο οποίος προς το παρόν μεταφράζεται σε μια διάχυτη και γενικευμένη αγανάκτηση και σε κρίσεις εξατομικευμένης οργής.

8 σχόλια:

π2 είπε...

Ναι σε όλα, μόνο που τα προβλήματα της Αθήνας δεν είναι μόνο δικά της. Η προβληματική συνισταμένη των ατομικών σχέσεων των κατοίκων της πόλης με την πόλη είναι απλώς μια γιγαντωμένη εκδοχή των προβληματικών σχέσεων που κυριαρχούν και σε άλλες πόλεις, σε μικρότερα μεγέθη. Η ίδια λαχτάρα για πολυκατοικία, η ίδια σπουδή για ανέγερσή της με πλήρη αδιαφορία για τη λειτουργικότητα του περιγύρου, η ίδια απορία και οργή για την ομορφιά και τη λειτουργικότητα που χάθηκε. Η μέση Βεροιώτισσα θέλει οπωσδήποτε σπίτι σε πολυκατοικία εντός του ταλαιπωρημένου αστικού ιστού, ο οποίος έχει κίνηση χειρότερη από τη Μεσογείων το μεσημέρι και ταυτόχρονα αναπολεί το σπίτι στο δάσος, πέντε λεπτά με το αυτοκίνητο από την πόλη, από το οποίο συνειδητά επέλεξε να φύγει.

Michael_Sc είπε...

Σπουδαία οπτική που διευρύνει τον (αστικό) ορίζοντά μας, το κείμενό σου! Να συνεισφέρω ένα προβληματισμό; Aν δεν κάνω λάθος, η Αθήνα πρέπει να είναι η μοναδική πρωτεύουσα στον κόσμο, που η αναλογία των κατοίκων της φτάνει το 40 με 50% του συνολικού πληθυσμού της χώρας...

xasodikis είπε...

Σωστό το κείμενο, σωστή και η παρατήρηση του π2, κι αν θέλουμε να το επεκτείνουμε μπορούμε να προσθέσουμε (στο ίδιο ή παρόμοιο σκεπτικό) και τα χωριά που "αναπτύχθηκαν" σαν τουριστικοί προορισμοί, όπως π.χ. η Αράχωβα και το Μέτσοβο.

Anonymous είπε...

@π2
Έχεις δίκιο και το είχα υπόψη μου όταν το έγραφα, αλλά όντως ένα επιπλέον θέμα είναι πως η Αθήνα χρησίμευσε μετά σαν μοντέλο ανάπτυξης για όλη την υπόλοιπη Ελλάδα. Σκεφτόμουν το Ηράκλειο. Μην υποτιμούμε όμως το κίνητρο της καλύτερης υποδομής: π.χ. όταν ο θείος μου έδωσε στο ηράκλειο το παλιό σπίτι για να γίνει πολυκατοικία (μαζί με 2-3 άλλα), έδωσε ένα σπίτι με μπάνιο έξω, χωρίς κεντρική θέρμανση και με μύρια όσα προβλήματα χρόνιων επισκευών και πήρε 4 διαμερίσματα με όλες τις σύγχρονες ανέσεις. Σε επίπεδο διαβίωσης δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το κίνητρο ήταν ισχυρό και ορθολογικό.
@Michael_Sc Κοντά είναι και η Λισαβώνα και το Δουβλίνο νομίζω, αλλά μακράν πρώτη στον σχετικό κατάλογο είναι η Αθήνα σίγουρα στην Ευρώπη, εξαιρουμένων πολύ μικρών χωρών (π.χ Ισλανδία, Λουξεμβούργο κτλ), αλλά σίγουρα πολύ ψηλά σε ολόκληρο τον κόσμο.
@xasodikis βλ. άνω: Η Αθήνα μετέφερε τον μοντέλο ανάπτυξής της σε όλη την επικράτεια και έφτιαξε και τόπους παραθερισμού με την ίδια λογική

π2 είπε...

Φυσικά είναι προτιμότερη κατά κανόνα από πλευράς υποδομών και επιπέδου διαβίωσης η πολυκατοικία από το πατρικό ερείπιο. Αλλά το πρόβλημα δεν δημιουργήθηκε σε καμιά ελληνική πόλη από την μεμονωμένη πολυκατοικία (αν και, προσωπικά, η πλήρης απουσία αισθητικής ματιάς στην ανέγερση μιας πολυκατοικίας με ενοχλεί). Δημιουργήθηκε επειδή έλειψε ο συντονισμός (από τα πάνω) και το μεράκι (από τα κάτω) κατά την ανέγερση των πολυκατοικιών του καθενός. Εξέλιπε ο δημόσιος χώρος και η ματιά στο σύνολο.

Anonymous είπε...

Συμφωνώ απόλυτα. Λέω όμως ότι αυτό έγινε γιατί στην κλίμακα του μεμονωμένου μικροϊδιοκτήτη η κίνηση ήταν λογική. Το πρόβλημα προκύπτει όταν όλοι μαζί συνδιαμορφώνουν ένα τοπίο στο οποίο δεν υπάρχει καμία κανονιστική ρύθμιση, δεν υπάρχει άλλη ρεαλιστική εναλλακτική λύση για την πλειοψηφία από την πολυκατοικία-κουτί σε μεσοτοιχία. Και δεν υπάρχει καμία δημόσια μέριμνα για δημόσιους χώρους όπως λες.

xasodikis είπε...

Ωραία συζήτηση ανοίξατε :)

Νομίζω ότι η ρίζα του προβλήματος είναι στο μοντέλο ανάπτυξης που ακολουθήθηκε και που υπήρξε πολιτική επιλογή: ο συνδυασμός αντιπαροχής, μικρών ορίων αρτιότητας (=μικρών οικοπέδων) και μεγάλων συντελεστών δόμησης ήταν αναπόφευκτο να φέρει αυτά τα αποτελέσματα που έφερε, ιδίως σε εποχές που υπήρχαν επείγουσες στεγαστικές ανάγκες που έπρεπε να καλυφθούν -και γρήγορα. Για πολλά χρόνια, ο κάθε άσχετος που είχε ένα κεφάλαιο διαθέσιμο μπορούσε να γίνει εργολάβος-κατασκευαστής και να τα κονομήσει, πετσοκόβοντας όσο μπορούσε το κόστος και εκμεταλλευόμενος τη μεγάλη ζήτηση. Σε τέτοιες συνθήκες, ποιος να ασχοληθεί με την αισθητική;

Anonymous είπε...

@xasodikis Ναι αν πάμε ακόμα πιο πίσω θα δούμε ότι η μικροϊδιοκτησία υπήρξε κρίσιμη για την χάωση της πόλης. Όμως μην ξεχνάς ότι και εκεί που υπήρχαν μεγάλες ιδιοκτησίες (π.χ.Ζωγράφου, Ηλιούπολη κλπ) η εικόνα δεν είναι καλύτερα ή είναι οριακά (στην Ηλιούπολη). Προφανώς υπήρχε και πολιτικό/πελατειακό όφελος στην όλη δουλειά με την αντιπαροχή και την αρτιότητα.

Και εδώ έχω την αίσθηση πως ο εμφύλιος υπήρξε έμμεσος πυροδότης της κατάστασης...