12.4.12

Μια σημείωση για τα κλαρίνα του μνημονίου



Δεν ξέρω αν πρόκειται για συνειδητή επιλογή ανταγωνισμού με τις "μάζες", ή απλά για την βαθιά κοινωνιοπάθεια της κρατικής διανόησης (κρατικής, με όλη τη σημασία πια της λέξης ακόμα και όταν ξιφουλκεί εναντίον του "μεγάλου κράτους"), των "πνευματικών" εκπροσώπων δηλαδή μιας ελίτ των οποίων η πνευματικότητα διοχετεύεται στην υπεράσπιση του πιο ακραίου οικονομικού ατομισμού, ταυτόχρονα με την καταγγελία της φυσικότερης των συνεπειών του, της διαφθοράς. Μιας ομάδας που συναπαρτίζεται και από μεγάλη μερίδα κονδυλοφόρων και κονφερανσιέ που έβγαζαν τα προς το ζην στην προηγουμένη κατάσταση γυαλίζοντας διάφορα παρκέ της διαπλοκής και παιανίζοντας όψεις του καταναλωτισμού και του πολιτικού μας συστήματος σε κρατικοδίαιτα έντυπα και κανάλια. Από τους κλαριντζήδες δηλαδή του πάρτι που τελείωσε, με τα πενηντάευρα των γλεντοκόπων ακόμα στα κούτελά τους...

Δεν ξέρω.

Αλλά δυσκολεύομαι να συμμετάσχω πια σε συζητήσεις που εμπαθώς ζητούν να υπερασπιστούν την κατάργηση της εργατικής νομοθεσίας της χώρας, την μετακίνηση δηλαδή σε νοτιοασιατικά εργασιακά πρότυπα, εν ονόματι του Ευρωπαϊσμού, την συστηματικά ανεργιογόνο πολιτική, μέσα στην συνθηματολογία του "να βάλουμε το κεφάλι κάτω και να δουλέψουμε", την καταβύθιση της χώρας σε μια άνευ προηγουμένου τυφλή οικονομική σύνθλιψη στο όνομα του εξορθολογισμού της, την επίκληση στο μέλλον από εκείνους που δήωσαν ή συνέργησαν στη δήωση του παρελθόντος και του παρόντος της χώρας, την διαβεβαίωση της προστασίας των ασθενεστέρων, καθώς πλακώνει η πείνα και οι άστεγοι εξαπλώνονται στα κέντρα των πόλεων, την καταδίκη της ανομίας και της βίας, από όσους υποστηρίζουν μια κυβέρνηση μεσανατολικών κατασταλτικών επιδόσεων και αιματηρής κοινωνικής βίας. Πώς να κουβεντιάσεις με τους καταγγέλοντες το "φαιοκόκκινο μέτωπο", εκείνους τους φαιοφαιούς που ταυτόχρονα στήνουν, έστω και ως μακέτα, στρατόπεδα συγκέντρωσης για "λαθρομετανάστες" και συμπορεύονται έργω με την πιο εγκληματική ακροδεξιά, με εκείνους που κουνούν το δάκτυλο στον υποθετικό "μέσο Έλληνα" χωρίς να ξεκινούν από μια εξήγηση βρε αδελφέ για το ποιο έμφυτο χάρισμα τους έφερε προσωπικά πάνω από αυτόν τον μέσο, αν μη τι άλλο; Τι μπορείς να συζητήσεις με ανθρώπους που το όραμά τους είναι ένα μεταμνημονιακό επέκεινα όπου οι εξαγνισμένοι ιθαγενείς θα μπορούν επιτέλους να βγάζουν πάλι τα 700 Ευρώ που τόσο άσκεφτα τους χάριζαν στην μεταπολιτευτική παραζάλη οι εργοδότες, αυτή τη φορά "με την αξία τους"; Πού επικαλούνται το συμφέρον της πατρίδας, το οποίο όμως είναι αποσυνδεδμένο και έρχεται μάλιστα σε σύγκρουση με το συμφέρον της πλειονότητας των κατοίκων της;

Και δεν μιλάμε για διακινητές απλών κοινότοπων αντιφάσεων αλλά και της σχεδόν προσωποποιημένης αποστροφής προς τον λαό: Για όλους αυτούς ο μνημονιακός λόγος έχει πάρει νιτσεϊκές διαστάσεις: οι αυτοκτονούντες είναι αδύναμοι, η σουμπετερική καπιταλιστική "δημιουργική καταστροφή" απαιτεί την καταστροφή και ανθρώπινων ζωών - των άλλων βέβαια - το κοινωνικό κράτος είναι κακό επειδή επιτρέπει την επιβίωση και την αναπαραγωγή των φτωχών και ανάξιων, η ανεργία είναι έδειξη προσωπικής αδυναμίας, ενώ ούτε η πείνα δεν δικαιολογεί την αυτοδικία της επιβίωσης. Η φρίκη των κατατρεγμένων και των ζωών που ρημάζουν καθημερινά δεν δικαιούται να ξεσπά ούτε σε συμβολικές ενέργειες αποδοκιμασίας, ούτε σε χειρονομίες, ούτε σε απεργίες, ούτε σε διαμαρτυρίες, ούτε βέβαια σε πέτρες και βία, ούτε σε τίποτα. Μόνο η παθητική, στωική αποδοχή της ατομικής και κοινωνικής διάλυσης, μόνο η αναγνώριση του οικονομικά αναπόφευκτου της ακόμα μεγαλύτερης ανισότητας, είναι αποδεκτή. Κάθε ανυπακοή είναι κολάσιμη, κάθε ένσταση παράλογη. Κάθε τι το κοινωνικό, δεν είναι για αυτούς όλους παρά μια επιβολή επί της ιερότητας του ιδιωτικού και η εργασία δεν είναι παρά ένας πόρος προς ελαχιστοποίηση του κόστους. Το κινητήριο όραμα είναι η Αγγλία του Όλιβερ Τουίστ.

Θα εικάσω πως αυτή η έξαρση της κοινωνικής αναλγησίας, οι αλλεπάλληλοι πανηγυρικοί της σκληρότητας, δεν είναι παρά εκδήλωση ενός εγγενούς στον καπιταλισμό κενού ενσυναίσθησης και πως είναι η κρίση που συγκεκριμενοποιεί τις υπόρρητες αυτές παραδοχές και κατευθύνει τους λόγιους, υπολόγιους, παραλόγιους και ψευδολόγιους συνοδοιπόρους των ελίτ, στην φυσική κατάληξη κάθε εξουσιαστικού λόγου: την άρνηση της δημοκρατίας, τον αντιανθρωπισμό, τον μεταμοντέρνο αντιδιαφωτισμό.

Αν το ανθρωπιστικό πρόταγμα είχε εκφραστεί μέσω του αποφθεύγματος του Τερεντίου "είμαι άνθρωπος, τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο", ο ελιτίστικος αντιανθρωπισμός που έχει ξεχειλίσει από τους καθεστωτικούς ζηλωτές μπροστά στο φόβο της αποσταθεροποίησης της φαυλότητας που τους εξέθρεψε, λέει το ακριβώς αντίθετο: "Είμαι απάνθρωπος. Τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι οικείο".