12.12.06

Παιδεία ξανά: Μπολιβάρ, πεπαιδευμένος σαν Έλληνας

Με αφορμή την θριαμβευτική νίκη του Ούγο Τσάβες πριν από λίγες ημέρες:
Διαβάζοντας αυτήν εδώ την συνέντευξη του πρυτάνεως του Universidad Bolivariana de Venezuela (UBV), μεταφέρθηκα από το Καράκας στην Αθήνα, καθώς κάποια από τα πράγματα που έλεγε ο σ. πρύτανης, κάτι μου θύμιζαν έμμεσα, αμυδρά, από το ημέτερο παρελθόν (παραφράζω και συνοψίζω μερικώς, από μια κάκιστη μετάφραση):


"Η εκπαίδευση έχει πάντα έναν ρόλο που σχετίζεται με τον παραγωγικό μηχανισμό και το μοντέλο της κοινωνίας που υπάρχει...

Οι ΗΠΑ σαν el gran capital έπαιξαν τον ρόλο [της μητρόπολης] για μας. Η εκπαίδευση που αναπτύσσεται σε μια χώρα στην θέση αυτή [εξάρτηση] είναι φυσικά εξαρτημένη. Στην περίπτωσή μας, οδήγησε στην ανάπτυξη μιας παιδείας που προσανατολίζονταν προς την διοίκηση και όχι προς την δημιουργία ή την κατασκευή. Η διοίκηση αυτή ήταν μάλλον προσανατολισμένη προς τις υπηρεσίες και όχι στην τεχνολογία - ούτε καν στην γεωργία και την παραγωγή τροφίμων. Γενικά δημιουργήθηκαν μαθήματα για διοικητικούς που θα διαχειρίζονταν και θα κατανάλωναν τεχνολογία μάλλον, παρά θα την παρήγαγαν. Αυτό μπορεί να το δει κανείς στα προγράμματα σπουδών. Ως παράδειγμα εδώ, σήμερα, υπάρχουν ιδιωτικά πανεπιστήμια που διδάσκουν μηχανολογία (industrial engineering) και που μέχρι το έβδομο εξάμηνο δεν έχουν δει τουρμπίνα: δεν την έχουν οπλίσει, δεν την έχουν καν δει! Αυτό που κάνουν είναι να ακολουθούν την τελετουργία παραγωγής μηχανικών. Αυτό το μοντέλο μηχανικού προέρχεται από την επιθυμία να έχεις μηχανικούς που, όταν προκύψει κάποιο πρόβλημα, να μπορούν να πάρουν τις οδηγίες χρήσης αυτής της εισαγόμενης τουρμπίνας και να το λύσουν ίσως. Αντιστοιχεί στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο: αποδίδεται σε κάθε χώρα ένας ρόλος και η εκπαίδευση κατευθύνεται προς την αναπαραγωγή του μοντέλου αυτού.
Η εκπαίδευση που παρέχονταν [μέχρι τον Τσάβες] είχε σχεδιαστεί για μικρές ομάδες. Δεν είχε σαν στόχο την εξομάλυνση των διαφορών, να δώσει σε εκείνον τον φοιτητή που δεν είχε πρόσβαση σε βιβλία στο σπίτι του τις ίδιες γνώσεις με εκείνον που είχε. Αντί για αυτό η εκπαίδευση που είχαμε εδώ - και που σήμερα εξαλείφουμε - ήταν εκπαίδευση που δρούσε σαν πολλαπλασιστής των διαφορών. Αν είχες έναν πατέρα που διάβαζε βιβλία και είχε βιβλιοθήκη στο σπίτι, εσύ με το προνόμιο αυτό, λάμβανες την καλύτερη εκπαίδευση. Κι όλα αυτά στο δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης!"
Η εκπαίδευση λοιπόν έχει πάντα έναν ρόλο που σχετίζεται με την θέση της στον παραγωγικό μηχανισμό. Ο σ. πρύτανης είναι λίγο μονοδιάστατος, αλλά έχει εντέλει κάποιο δίκιο. Για να δούμε τι σόι παιδεία έχει, ή θα πρέπει να περιμένουμε να έχει, η χώρα μας, είναι πολύ διαφωτιστικό να δούμε την οικονομία και την κοινωνία που καλείται να εξυπηρετήσει... Και η οικονομία της χώρας μας είναι υπηρεσίες (τουρισμός, ναυτιλία), κατασκευές (μικρής και τοπικής γενικά κλίμακας) και τρόφιμα (γεωργία και βιομηχανία). Συν τράπεζες, εμπόριο και μεταποίηση. Η πρωτογενής έρευνα, η επιστημονική και τεχνολογική καινοτομία κοκ, η δημιουργία, ο σχεδιασμός, η ανάπτυξη τουρμπινών που λέει και ο Ρουίς, ή ακόμα και η γεωπονική και η ναυπηγική, μας έρχονται ως επί το πλείστον από δεύτερο χέρι. Αρκεί να μπορούν οι απόφοιτοι να διαβάσουν το εγχειρίδιο, το μάνιουαλ, που λέει και ο σ. πρύτανης.
Και αυτό δεν αφορά μόνον τις θετικές επιστήμες και τις τεχνολογικές σχολές. Ακόμα και στις ανθρωπιστικές επιστήμες η καινοτομία είναι κάτι το σπάνιο και η πρωτοπορία σε παγκόσμιο επίπεδο σχεδόν ανύπαρκτη. Παρότι υπάρχει σχετική έρευνα και παρότι παράγεται επιστημονικό έργο, ο Περσεύς π.χ. δεν δημιουργήθηκε στην Ελλάδα (όπως προφανώς θα μπορούσε και θα όφειλε να γίνει) και η Αθήνα δεν είναι παγκόσμιο επιστημονικό κέντρο ούτε καν την Κλασσικής Αρχαιολογίας (παρά μόνο ως αντικείμενο).
Μιλάμε για μια χώρα όπου δημόσιος και ιδιωτικός τομέας είναι ουραγοί στην Ευρώπη σε δαπάνες για έρευνα και τεχνολογία - και όπου η ανεργία ανάμεσα στους νέους πτυχιούχους φτάνει το 20%. Όπως σημειώνει ο Λευτέρης Παπαγιαννάκης:

....[Στην Ελλάδα] η επένδυση στη γνώση δεν κάνει καλό στην απασχόληση. Οσο περισσότερο σπουδάζουν τα νέα παιδιά όσο περισσότερο εμπλουτίζουν τις γνώσεις και καλλιεργούν τις δεξιότητές τους, όσο περισσότερο αυξάνουν τα προσόντα τους τόσο πιο δύσκολη γίνεται η θέση τους όταν προσέρχονται στην αγορά εργασίας. Προσοχή: το «παράδοξο» αυτό ισχύει στη Ελλάδα και μόνο σε αυτήν, ανάμεσα σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης (και πέραν αυτής).

Οχι, δεν επαληθεύονται όσοι ισχυρίζονται ότι παράγουμε πολλά πτυχία και επομένως πτυχιούχους ανέργους. Στην Ελλάδα και στις ηλικίες 25-34 ετών, μόνο το 24% των νέων έχει πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Στις πιο δυναμικές «οικονομίες της γνώσης», όπως οι ΗΠΑ, οι σκανδιναβικές χώρες (Σουηδία, Φινλανδία, Νορβηγία) και οι μικρές χώρες της Β. Ευρώπης (Δανία, Βέλγιο) αλλά και η Γαλλία, το ίδιο ποσοστό έχει ήδη φτάσει το 40%, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις (Καναδάς, Ιαπωνία και Κορέα) αγγίζει ή ξεπερνάει το 50%.

Οχι, δεν επαληθεύονται ούτε όσοι αμφισβητούν συνολικά την ποιότητα των πτυχίων μας. Σε κρίσιμες και απαιτητικές στιγμές της μεταπολεμικής μας ανάπτυξης, τα εγχώρια πτυχία κάλυψαν πλήρως τις όποιες ανάγκες της αγοράς εργασίας. Αλλά και σήμερα, οι δυναμικές εγχώριες επιχειρήσεις από τους πτυχιούχους μας στελεχώνονται και διοικούνται. Οι πολλοί πτυχιούχοι ελληνικών πανεπιστημίων που φεύγουν έξω, δεν έχουν καμιά δυσκολία να συνεχίσουν τις σπουδές τους σε καλά ξένα πανεπιστήμια ή να βρουν εργασία σε καλές ξένες επιχειρήσεις.

Οχι, δεν επαληθεύονται ούτε εκείνοι που εστιάζουν στη δήθεν αναντιστοιχία των πτυχίων μας με τις ανάγκες της αγοράς. Οι χιλιάδες νέοι που ξενιτεύονται και σπουδάζουν σε ξένα πανεπιστήμια θα έπαιρναν το «μήνυμα» και θα κάλυπταν τα όποια κενά, αλλά δεν φαίνεται να έχουν διαφορετική τύχη όταν επιστρέφουν στην ελληνική αγορά εργασίας. Μην το ψάχνουμε περισσότερο: εισάγουμε φτηνό εργατικό δυναμικό αλλά όχι εξειδικευμένη εργασία, κατηγορία στην οποία μάλλον ως εξαγωγείς πρέπει να καταγραφούμε.

Ας είμαστε ειλικρινείς. Η ζήτηση των πτυχίων στη χώρα μας είναι ποσοτικά ανεπαρκής, ενώ ποιοτικά ευτελίζεται. Η συντριπτική πλειονότητα του επιχειρηματικού δυναμικού της χώρας (ας μη μας ξεγελάσουν οι λίγες φωτεινές εξαιρέσεις) δεν αναζητεί τη γνώση και την καινοτομία και δεν είναι έτοιμη να δαπανήσει γι’ αυτό το σκοπό. Η τυπική μικρομεσαία επιχείρηση δεν ψάχνεται και δεν ψάχνει η ίδια, δεν συνεργάζεται με άλλες επιχειρήσεις, ούτε με τα πανεπιστήμια ή τα ερευνητικά κέντρα. Αδιαφορεί για την ανάγκη συνεχούς κατάρτισης και αναβάθμισης του προσωπικού της, προτιμάει την ευελιξία της συγκυριακής απασχόλησης, δεν προσλαμβάνει πτυχιούχους ή όταν το τολμάει, δεν τους αξιοποιεί, τους υποαπασχολεί, τους εξουδετερώνει. Δεν προωθεί τελικά ή ακυρώνει στην πράξη κάθε γνωστό μηχανισμό που δημιουργεί εσωτερικό απόθεμα γνώσης ή/και ανθρώπινο κεφάλαιο με δυναμικές ικανότητες.

Σε αυτήν την χώρα, λοιπόν, η συζήτηση για την "κρίση των πανεπιστημίων" είναι εκτός θέματος. Δεν θυμάμαι ποιος το είπε, αλλά "δεν υπάρχει κρίση της παιδείας, οικονομική και κοινωνική κρίση υπάρχει που εκδηλώνεται στην παιδεία"... Η κρίση που όλοι κατακεραυνώνουν ορίζεται ηθικολογικά και με βάση πρότυπα χωρών που μπορούν και θέλουν να αξιοποιήσουν ειδικευμένο προσωπικό - γιατί αυτό αντιστοιχεί στις παραγωγικές τους δυνατότητες και συμπεριφορές και στο κοινωνικό τους μοντέλο. Στην Ελλάδα της ανεργίας των νέων γιατρών, π.χ., υπάρχουν κενά στα δημόσια νοσοκομεία τα οποία δεν αναπληρώνονται και είναι της τάξης των 3,5 με 5 χιλιάδων (!) γιατρών - τουλάχιστον για να φτάσουν οι γιατροί να εργάζονται σε ωράρια που ικανοποιούν την Ευρωπαϊκή οδηγία περί ανώτατου χρόνου εργασίας...

Ως προς το "επαγγελματικό" κομμάτι της ανώτατης παιδείας λοιπόν, κρίση στα πανεπιστήμια, που να ξεκινά δηλαδή από αυτά, δεν υφίσταται. Πιθανόν να υπάρχει κρίση δυσλειτουργίας και κρίση στόχων (που ουδέποτε όμως δεν έχουν διατυπωθεί). Η οικονομία μας έχει την ανώτατη παιδεία που της ταιριάζει: μαζική υπερπαραγωγή υποψήφιων χαμηλόμισθων ειδικευμένων εργαζομένων. Αν και δεν είναι μόνο οικονομική η αποστολή της Ανώτατης Παιδείας, η οικονομική και η κοινωνική πραγματικότητα (και οι κοινωνικές αντιλήψεις και προσδοκίες από τα ΑΕΙ, βεβαίως) στην χώρα προφανώς και την επικαθορίζουν. Η ιδέα ότι η Ανώτατη Παιδεία θα αποτελέσει μοχλό αναδιάρθρωσης της Ελληνικής οικονομίας δια της βελτίωσής της, είναι βέβαια θεμιτή, αλλά γεννά άλλα ερωτήματα: αναδιάρθρωση προς ποια κατεύθυνση; Πώς συνδέονται οι εκάστοτε μεταρρυθμίσεις με αυτόν τον στόχο (αν υπάρχει); Πού έχει συμβεί αυτό το πράγμα;

Ως προς το καθαρά "γνωστικό" κομμάτι, την επάρκεια των γνώσεων των Ελλήνων αποφοίτων, δεν ξέρω να σας πω, γιατί δεν έχω δει στοιχεία που να συγκρίνουν τις γνώσεις π.χ. του μέσου απόφοιτου Ελληνικού Πανεπιστημίου στον κλάδο του με εκείνες των αντιστοίχων τους στην ΕΕ π.χ. Ούτε συγκριτικό πίνακα με τον αριθμό των διδασκόντων ΑΕΙ σε χώρες της Δύσης με βάση την χώρα στην οποία έχουν φοιτήσει. Οι συζητήσεις για την ανεπάρκεια των Ελλήνων αποφοίτων γίνονται σχεδόν πάντα ερήμην τέτοιων στοιχείων - όπως άλλωστε και οι αντίστοιχες για την επάρκεια των Ελλήνων πανεπιστημιακών (που συνήθως αναφέρονται σε όλους συλλήβδην τους πανεπιστημιακούς, ανεξάρτητα από σχολή και αντικείμενο). Πάντως υποψιάζομαι ότι ενδέχεται να είναι συνάρτηση των γνώσεων που έχει ο απόφοιτος λυκείου μπαίνοντας στο Πανεπιστήμιο - που μας πάει στα προηγούμενα επίπεδα της παιδείας μας και στο τι θέλουμε συνολικά από την δημόσια παιδεία...

Τελικά, καθώς πρόκειται να αναθερμανθεί το μέτωπο της παιδείας όπως φαίνεται, θα ήθελα να θέσω τα εξής ερωτήματα προς τους μεταρρυθμιστές: ποιος είναι ο σκοπός της μεταρρύθμισης (μέσα στο και μετά το Πανεπιστήμιο); Ποιο είναι το όραμα του πανεπιστημίου που η μεταρρύθμιση εξυπηρετεί; Πώς εντάσσονται τα επιμέρους στοιχεία της στο όραμα αυτό; Τι πρόκειται να επηρεάσει και τι να αφήσει ως έχει η μεταρρύθμιση; Ποιο είναι το συνολικότερο σχέδιο στο οποίο είναι ενταγμένη; Ανάλογα, ελπίζω εκείνοι που απορρίπτουν την μεταρρύθμιση Γιαννάκου-Βερεμή, να έχουν κάτι να προτείνουν επ' αυτών - ιδιαίτερα σε ότι αφορά την στρατηγική και το όραμα, μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο, για το πανεπιστήμιο και την παιδεία συνολικά.

Αυτά σαν προσπάθεια επανεκκίνησης της σχετικής συζήτησης...