19.10.11

Η κουλτούρα της μεταπολίτευσης 2: ΠΑΣΟΚ και δέος

[Μέρος 1]

Η φύση του ΠΑΣΟΚ αποτέλεσε κομβικό και βασανιστικό, θεωρητικό και πρακτικό ερώτημα κατά την μεταπολίτευση για την αριστερά την οποία περιθωριοποίησε. Αν και το ΠΑΣΟΚ κατασκευάστηκε αρχικά σαν αριστερόστροφος μηχανισμός που προσέλκυσε μεγάλο μέρος παλιών και νέων αγωνιστών του ΕΑΜ / ΕΛΑΣ και του αντιδικτατορικού αγώνα και επενδύθηκε τον ΕΑΜικό μανδύα και την αίγλη της αντιστασιακής του δράσης, η ιστορία της πολιτικής του εξέλιξης είναι ιστορία της συνεχούς διαρροής στελεχών του και της αποχώρησής τους από τα αριστερά, ένα-ένα ή κατά ομάδες· της εισροής στελεχών της αριστεράς με βλέψεις πολιτικής (και άλλης) καριέρας μέχρι σχετικά πρόσφατα· και του εκμαυλισμού ή παραγοντοποίησης ή απογοήτευσης του στελεχικού του δυναμικού. Το αριστερόστροφο ΠΑΣΟΚ, σαν κομματικός οργανισμός της δεκαετίας του 1970, με συνθήματα που υπερφαλάγγιζαν από τα αριστερά τα κομμουνιστικά κόμματα, μεταμορφώθηκε σταδιακά σε ένα κόμμα σοσιαλφιλελεύθερο, χωρίς ενεργή βάση, πέρα των φιλόδοξων επαγγελματικών στελεχών / πολιτευτών εν τω γεννάσθαι ή εν εξελίξει και των εμμονικών νοσταλγών του Ανδρέα Παπανδρέου. Ήταν μια προβλέψιμη μεταμόρφωση, προδιαγεγραμμένη από την κοινωνική συμμαχία της οποίας υπήρξε λειτουργός και από τους όρους συγκρότησής της.

Αυτή η ανάρτηση θα επικεντρωθεί στον πολιτικό και ιδεολογικό λόγο του ΠΑΣΟΚ, τον πραγματικό πολιτικό ηγεμόνα της μεταπολίτευσης και σίγουρα δεν επιχειρείται η πληρότητα της περιγραφής - τουναντίον δεν αποτελούν παρά θραύσματα εκτιμήσεων από την βιωθείσα εμπειρία τόσων χρόνων ΠΑΣΟΚ, πιθανώς και αντιφατικών σε κάποιο βαθμό. Όσα γράφονται ισχύουν σε ένα βαθμό και για την "εκπασοκισμένη" από ένα σημείο και πέρα ΝΔ της περιόδου από το 1990 και μετά. Προφανώς δεν είναι παρά προσωπικές εκτιμήσεις, η συζήτηση για τον χαρακτήρα και την πολιτική πορεία του ΠΑΣΟΚ του 1974 μέχρι και σήμερα θα παραμείνει ανοιχτή για πολύ καιρό...

Πασοκισμός και βαρβαρότητα

Είναι λοιπόν αλήθεια πως ένα μέρος του στελεχικού δυναμικού της αριστεράς, κατέληξε στο ΠΑΣΟΚ (αλλά και στην ΝΔ), ενώ η μαθητεία στις αριστερές κομματικές νεολαίες δημιούργησε ένα στρώμα στελεχών αριστερής προέλευσης το οποίο μετείχε της πελατειακότητας και της δικομματικής ταξικότητας, αλλά αυτό δεν ήταν σημάδι επικράτησης της αριστεράς, ήταν ένα ακόμα ίχνος της ήττας της. Ο Άγγελος Ελεφάντης σε χρόνο ανύποπτο, τους πρώτους, ελπιδοφόρους μήνες της διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ προειδοποιούσε: "Από τη σκοπιά του σοσιαλισμού, το ΠΑΣΟΚ μας αφήνει παγερά αδιάφορους". Το ΠΑΣΟΚ, έλεγε ο Ελεφάντης, δικαιωνόμενος πλέον σήμερα απόλυτα, ήταν η συνέχιση της Ένωσης Κέντρου με άλλα μέσα... Αν και πολύ μελάνι έχει χυθεί (κανονικό και ηλεκτρονικό) σχετικά με την φύση του ΠΑΣΟΚ, νομίζω πως αυτή είναι μια κεντρική διαπίστωση, κρίσιμη για να κατανοηθεί το ΠΑΣΟΚ και η μεταπολίτευση της οποίας ήταν ο πραγματικός ηγεμονικός φορέας...

Ο πασοκισμός κατασκεύασε μια εξελιγμένη λοιπόν πελατειακότητα κεντρώας καταγωγής, οικοδομώντας γύρω του τον συνασπισμό εξουσίας των "μη-προνομιούχων", ένα θολό κατασκεύασμα με βασικό πλεονέκτημά του την πολιτική ευελιξία που προσέφερε, αλλά που πάντως ήταν στέρεα πιασμένο στην διαχείριση κοινωνικών προσδοκιών. Η ιδεολογία του δεν ήταν ποτέ σημαντική για την φυσιογνωμία του: τα κόμματα του Κέντρου δεν είναι κόμματα ιδεολογικής ενότητας, είναι κόμματα πολιτικής διαχείρισης που τοποθετούνται στο ανά πάσα στιγμή κέντρο των θεμιτών ή/και επιτρεπτών στην κοινωνία απόψεων. Το ΠΑΣΟΚ "μεγαλούργησε" ιδεολογικοποιώντας τις τακτικές του επιλογές και τακτικοποιώντας την ιδεολογία του. Ιστορικά όμως βασίστηκε στο μετεμφυλιακό αντιδεξιό 2 προς 1 που παρέμεινε μέχρι τις ημέρες μας βασική συνιστώσα της πολιτικής δυναμικής της Ελληνικής κοινωνίας. Αυτή την ελπιδοφόρα κοινωνική δυναμική μετέτετρεψε σε εκδημοκρατισμό της διαφθοράς και αυτή η βαθύτατα παλαιοκομματική ουσία της διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, είναι που το ανέδειξε στον αποτελεσματικότερο δολοφόνο της αριστερής ηγεμονίας στην Ελλάδα: Όπως δείξαμε στην προηγούμενη ανάρτηση, μετά από μια - δυο τετραετίες ΠΑΣΟΚ, ως "αριστερή διακυβέρνηση" οι ιδέες της αριστεράς είχαν ηττηθεί κοινωνικά, και η κοινωνία είχε εξατομικευτεί πλήρως.

Δεν λέω ότι δεν συσπειρώθηκε κόσμος αριστερός γύρω από το ΠΑΣΟΚ, ιδίως την πρώτη του δεκαετία. Άνθρωποι-σύμβολα της αριστεράς όπως ο Μανώλης Γλέζος και ο Μάρκος Βαφειάδης συνεργάστηκαν με το ΠΑΣΟΚ, όπως και χιλιάδες άλλοι. Αυτό που λέω είναι πως οι προσδοκίες των αριστερών έβλεπαν στο ΠΑΣΟΚ μια ΕΔΑ, ενώ στην πραγματικότητα το προσωποπαγές αυτό κόμμα, το κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν στον πυρήνα του (και μετά την προσχώρηση του μεγαλύτερου μέρους των πολιτευτών του Κέντρου της δεκαετίας του 1970) το κόμμα το πατέρα του. Για αυτό το λόγο η ιστορία των διασπάσεων του ΠΑΣΟΚ είναι μια συνεχής αφήγηση αποχωρήσεων από τα αριστερά του. Από τον Κουτσοχέρα και την Σοσιαλιστική Πορεία, μέχρι το ΣΣΕΚ και τον Νέο Αγωνιστή σήμερα.

Την κρίσιμη δεκαετία του 1980 το ΠΑΣΟΚ επιχειρούσε μια χυλοποίηση της ιδεολογίας και της ιστορίας, που φαινόταν χρήσιμη εκείνη την εποχή: Ο Βαφειάδης και ο Τσακαλώτος στο ίδιο ψηφοδέλτιο, οι πολιτευτές του Κέντρου με τους βομβιστές του ΠΑΚ, ένα "Μπαάθ με δημοκρατικό πρόσωπο" μαζί με τους πολιτευτές του Πλαστήρα και τους ήρωες της Εθνικής Αντίστασης, όλοι μαζί μια εσκεμμένη σύγχυση που μπορούσε να πάρει όποια μορφή επέβαλλε ο Ανδρέας και η συγκυρία. Όταν χρειάστηκε μετά το 1984 να κάνει μια στυγνή λιτότητα που επιτέθηκε σε βασικά εργασιακά δικαιώματα δεν δίστασε το ΠΑΣΟΚ να στραφεί και να νομοθετήσει εναντίον των ίδιων του των συνδικαλιστών, μιμούμενο τις απεχθέστερες μορφές κρατικού συνδικαλισμού της Επαράτου καθώς και τη βία της.

Είναι βέβαιο πως με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία ξεπεράστηκαν πολλές αμφιβολίες και ερωτήματα για την σταθερότητα της Ελληνικής Δημοκρατίας, προωθήθηκαν κοινωνικές μεταρρυθμίσεις υπερώριμες, που η θνήσκουσα εμφυλιοπολεμική δεξιά με τους εκκλησιαστικούς της δεσμούς και τον μαχόμενο ψυχροπολεμισμό της ιδιαίτερα, δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει. Είναι επίσης σαφές, ότι ξεκίνησε (αλλά δεν προχώρησε) την δημιουργία ενός υποτυπώδους συστήματος πρόνοιας και υγείας το οποίο ήταν τεράστιας σημασία για την Ελληνική ύπαιθρο. Υπήρξε ιστορικά η αναγκαιότητα για κάτι σαν το ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα. Δυστυχώς εμφανίστηκε με τα χαρακτηριστικά που γνωρίσαμε...

Πράσινα συνδικάτα

Ο συνδικαλισμός του ΠΑΣΟΚ, είναι από μόνος του άξιος μελέτης διότι ήταν αυτός που επικράτησε μεταπολιτευτικά: Το ΠΑΣΟΚ ως μη-εργατικό κόμμα, ως κόμμα μικροαστών και "μη-προνομιούχων" γενικά, δεν στηρίχθηκε στα συνδικάτα για την άνοδό του. Τα εκμεταλλεύθηκε και τα άλωσε γενικεύοντας μέσα σε αυτά το πελατειακό μοντέλο: Οι συνδικαλιστές του ΠΑΣΟΚ, "εξαγόραζαν" την ψήφο των εργαζομένων μέσω της προνομιακής τους σχέσης με την κυβέρνηση και ο συνδικαλιστικός αγώνας μεταμορφωνόταν σε εκ των άνω μεσολάβηση. Η ΓΣΕΕ έγινε ένα μαγαζί που αποθάρρυνε την είσοδο νέων σωματείων, που φρόντιζε την διατήρηση των συσχετισμών μέσα της πολύ παραπάνω από το οποιοδήποτε συμφέρον του συνδικαλιστικού κινήματος, αποτέλεσε άλλη μια μορφή της πασοκικής άλωσης των θεσμών εκπροσώπησης. Οι πολιτευτές του ΠΑΣΟΚ στα συνδικάτα (όρος που περιγράφει ακριβέστερα νομίζω την λειτουργία τους), είχαν ένα εξασφαλισμένο πολιτικό και εργασιακό μέλλον με την συνδικαλιστική τους αποστράτευση, στη βουλή ή σε θεσμικά όργανα περί τον χώρο της εργασίας και όχι μόνο. Η περίπτωση της Κωνσταντίνας Κούνεβα -της οποίας η μη-υπαγωγή του σωματείου της στην ΓΣΕΕ, εικάζει κανείς πως κόστισε στην ίδια τον δολοφονικής πρόθεσης τραυματισμό της- και η διαπλοκή της συνδικαλιστικής ηγεσίας της ΠΑΣΚΕ με εργοδότες στον χώρο της, δεν ήταν παρά κερασάκι στη τούρτα του πασοκοσυνδικαλιστικού κατήφορου. Δεν ήταν τυχαία η συνέργεια ΠΑΣΚΕ (και ΔΑΚΕ) σε όλες τις περιπέτειες της διαπλοκής εθνικών προμηθευτών και ΔΕΚΟ.

Αξίζει να σημειώσουμε πως αν το ΠΑΣΟΚ όντως αναδιένειμε προς τα κάτω τον εθνικό πλούτο στις αρχές της δεκαετίας του 1980, εξίσου γρήγορα τον επέστρεψε πίσω: στα τέλη της δεκαετίας του 1980 το βασικό μεροκάματο είχε την ίδια περίπου αγοραστική αξία με τις αρχές της, όπως επισημαίνει σε ένα ενδελεχέστατο άρθρο στο Ιστολόγιο Αφορμή, για την οικονομική πολιτική στην "χαμένη δεκαετία του 1980" ο Άγγελος Καλοδούκας. Το άρθρρο είναι ένας εξαιρετικός μπούσουλας για την κατάρριψη των ιδεολογημάτων περί των "αυτονόητων" κρατιστικών αδυναμιών της περιόδου, που αποδεικνύεται η κομβικότερη όλης της μεταπολίτευσης. Αξίζει να αναγνωστεί σήμερα σαν αντίλογος για την δήθεν παράλογα γενναιώδωρα "φιλολαϊκή" πασοκική δεκαετία του 1980.

Το "κρατικιστικό" ΠΑΣΟΚ

Το ΠΑΣΟΚ στα πλαίσια της προσπάθειας δημιουργίας κοινωνικού κράτους προφανώς επεξέτεινε την δραστηριότητα του δημοσίου. Αν είναι πραγματικότητα πως διεύρυνε την (ήδη υπάρχουσα) πελατειακότητα του συστήματος, δεν είναι όμως καθόλου ορθό να θεωρηθεί πως διόγκωσε το κράτος σε κάποιον υπερβολικό βαθμό.


Συνολικές κρατικές δαπάνες σαν ποοσοστό του ΑΕΠ
Πηγή

Αν οι δαπάνες σε όλη την περίοδο του ΠΑΣΟΚ έμειναν καθηλωμένες, τα έσοδα διατηρήθηκαν ακόμα χαμηλότερα, σταθερά κάτω από τον μ.ο. των εσόδων των χωρών του ΟΟΣΑ σαν ποσοστό του ΑΕΠ. Το ΠΑΣΟΚ έστησε μια ανεστραμμένη πυραμίδα φοροαποφυγής και φοροδιαφυγής, επιτρέποντας την μη-φορολόγηση του μεγάλου κεφαλαίου και των στρωμάτων επαγγελματιών με τα οποία είχε προνομιακή σχέση για την εμπέδωση της ηγεμονίας του στην Ελληνική κοινωνία, και καταλήγοντας στην ανοχή ή και ενθάρρυνση της μικροφοροδιαφυγής στα φτωχότερα στρώματα. Αυτός ο φαύλος κύκλος ήταν κρίσιμος μηχανισμός αναπαραγωγής του πολιτικού μορφώματος του ΠΑΣΟΚ μια και ήταν η βασική μέθοδος εκδημοκρατισμού της διαφθοράς: εξαγοράζεις την ανοχή των μικρών με μικρορουσφέτια, των μεσαίων με φοροαπαλλαγές. Αντί λοιπόν να επιχειρήσει την φορολογική δικαιοσύνη, το ΠΑΣΟΚ χρησιμοποίησε και το φορολογικό σύστημα στα πλαίσια της παραγωγής πολιτικού αποτελέσματος.

Στα χρόνια του 9

Το ΠΑΣΟΚ οδήγησε φυσικά και την κούρσα της μεταμόρφωσης του 1990: εναγκαλίστηκε τα Νέα Τζάκια που πάσχιζε από την δεκαετία του 1980 να δημιουργήσει, έστησε μέσω αυτών ένα νέο ενισχυμένο σύστημα διαπλοκής στο οποίο παραχώρησε τα ΜΜΕ και αρκέστηκε στον ρόλο διεκπεραιωτή του. Κινήθηκε μέσα στα πλαίσια της προσχώρησης της σοσιαλδημοκρατίας στον νεοφιλελευθερισμό (μια και στην διαδικασία εξευρωπαϊσμού του μετά τα "ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο", υποδύθηκε το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα), μια πανευρωπαϊκή διαδικασία την οποία το ΠΑΣΟΚ υπέστη και βαλκανοποίησε με χαρακτηριστική άνεση, αποδίδοντας την χώρα σε μια νεορωσικού τύπου ολιγαρχία η οποία συνεταιρίστηκε την κρατική γραφειοκρατία, συνεννοήθηκε με την δικαστική εξουσία και αγόρασε τα ΜΜΕ, δημιουργώντας ένα πανίσχυρο μηχανισμό, μοναδικής ευρηματικότητας, απομύζησης του κράτους και διάβρωσης του δημόσιου συμφέροντος. Μεταξύ Ρωσικού και Ιταλικού μοντέλου τα όρια μεταξύ Μεγάλου Κεφαλαίου / Εργολάβων, Κράτους, Τύπου και οργανωμένου εγκλήματος θόλωσαν (και το ποδόσφαιρο ως κορυφή του προκύψαντος παγόβουνου είναι ενδεικτικό της κατάστασης), καθώς παράλληλα απαξιωνόταν η εργασία σαν μέθοδος βιοπορισμού, παγιωνόταν ο πλουτισμός σαν υπέρτατη αξία, και η Τρας TV μετέδιδε την αισθητική της στη "σοβαρή" ιδιωτική τηλεόραση πριν παραγάγει το τέλειο υποπροϊόν της: το ΛΑΟΣ, ένα μόρφωμα που ενισχύθηκε στη μιντιακή γέννησή του από το ΠΑΣΟΚ.

12.10.11

Η κουλτούρα της μεταπολίτευσης 1: Ο μύθος της αριστερής ηγεμονίας


Μόνιμη επωδός του τροϊκανισμού και της ιδεολογίας της δια των ΜΜΕ διακινούμενης προπαγάνδας, είναι πως όλα αυτά που συμβαίνουν σήμερα δεν είναι παρά οι συνέπειες της "κουλτούρας της μεταπολίτευσης", μιας κουλτούρας πάνω στην οποία ηγεμόνευσε η επάρατη αριστερά. Αυτή περιλάμβανε την "θεοποίηση του δημοσίου", το πελατειακό κράτος, τον συντεχνιακό συνδικαλισμό και την απαξίωση της επιχειρηματικότητας. Οι λόγοι που το ιστορικό πλαίσιο περιγράφεται με τους όρους αυτούς είναι βαθύτατα πολιτικοί: εξυπηρετούν την προπαγάνδα που επιδιώκει τη λαϊκή ενοχική αυτοαπαξίωση και ανυψώνουν την (αμέτοχη και περιθωριοποιημένη σε όλο το κρίσιμο διάστημα) αριστερά σε "υπαίτιο" της κρίσης, ώστε να μπορεί να συμψηφιστεί η υπαιτιότητα αυτή με εκείνη των κομμάτων του δικομματισμού και του θριαμβεύοντος πελατειακού / ολιγαρχικού μορφώματος στη χώρα μας. Ο συμψηφισμός είναι κρίσιμος γιατί αφενός η επιρροή της αριστεράς δείχνει να έχει θετική δυναμική σε αυτή την συγκυρία και, αφετέρου, γιατί το ιδεολογικό στίγμα των τροϊκανών και των απολογητών τους είναι ταυτόσημο με εκείνο των άμεσων υπευθύνων της νεοελληνικής οικονομικής δυσπραγίας - δηλαδή των κυβερνήσεων του δικομματισμού - καθώς και των φυσητήρων φουσκών κάθε κλίμακας που σκάνε 20 χρόνια τώρα ανά τον κόσμο, με αποκορύφωμα το Κράχ του 08, το οποίο είναι και η γενεσιουργός αιτία της ελληνικής κρίσης / κατάρρευσης, ως προς το βάθος της, τουλάχιστον. Αν φταίνε μόνο αυτοί λοιπόν, και όχι οι φορείς μιας εν δυνάμει εναλλακτικής λύσης, δεν στέκει οι ομοϊδεάτες τους να είναι εκείνοι που ορίζουν την "γιατριά"...

Η παρούσα είναι η πρώτη από μια σειρά αναρτήσεων που θα αναφερθεί, αποσπασματικά αναγκαστικά, στην "πραγματική" μεταπολίτευση και στα χαρακτηριστικά της, κυρίως για να υπενθυμίσει πως στο μεγαλύτερο μέρος της περιόδου της μεταπολίτευσης (της πρώτης περιόδου αδιατάρακτης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στην ιστορία της χώρας μας) το πολιτικό-οικονομικό σύστημα ήταν σταθερά στα χέρια και εξυπηρετούσε τις οικονομικές επιδιώξεις των κυρίαρχων τάξεων στην χώρα μας, σύμφωνα με τα ιστορικά χαρακτηριστικά τους και τις επιδιώξεις τους. Είναι ένας μικρός αντίλογος στην ρητορική της "κουλτούρας της μεταπολίτευσης" και του "τελευταίου σοβιετικού κράτους της Ευρώπης" που ξαναγράφει την πρόσφατη, βιωμένη από όλους μας ιστορία του τόπου μας πριν καν γεράσουν οι πρωταγωνιστές της, και την παρουσιάζει λες και ήταν κάποιου είδους έπος σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας. Από την πραγματική θέση της αριστεράς λοιπόν θα ξεκινήσει ο αντίλογος:

Μεταπολίτευση: Περίοδος κρίσης της αριστεράς στην Ελλάδα

Υπήρξε λοιπόν μια τέτοια ηγεμονία της αριστεράς; Αν υπήρξε ήταν εξαιρετικά βραχύχρονη. Περιλαμβάνει την δεκαετία του 70, περίοδο της ανόδου του ΠΑΣΟΚ οικοποιούμενο την ΕΑΜική παράδοση και συνθηματολογία πάνω στην κοινωνική ανάγκη αποκατάστασης της περιθωριοποίησης ευρύτατων στρωμάτων του Ελληνικού πληθυσμού. Από τις αρχές - μέσα της δεκαετίας του 1980 και μετά αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση. Καθώς το ΠΑΣΟΚ μεταμόρφωνε σαν συστατικό στοιχείο του πολιτικού του προγράμματος το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη σε πελατειακό ρουσφέτι (συνεχίζοντας με άλλα μέσα ενάμιση αιώνα νεοελληνικής πελατειακότητας στo προτεκτοράτο), η συντηρητικοποίηση της Ελληνικής κοινωνίας, της Ελληνικής νεολαίας ήταν ραγδαία και ορατή δια γυμνού οφθαλμού στους σύγχρονούς της.

Αναφέρω χαρακτηριστικά μια σχετική συζήτηση της εποχής, την οποία έζησα: Στα μέσα του 1980 ήμουν "στέλεχος" του Ρήγα, μέλος του Συμβουλίου Σπουδάζουσας της οργάνωσης [μαζί με ανθρώπους που οι περισσότεροι δεν είναι γνωστοί σήμερα ζουν και εργάζονται και (μάλλον) έχουν πολιτική δράση εκτός προσκηνίου, αλλά άλλοι είναι στελέχη του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ και πέραν ή της ΔΗΜΑΡ, άλλοι υφυπουργοί και υπουργοί εν ενεργεία, άλλοι δημόσιοι διανοούμενοι ή δημοσιογράφοι, ή γιατροί χωρίς σύνορα, άλλοι ευρωβουλευτές ή πολιτευτές του ΠΑΣΟΚ κοκ. Πολλές πορείες και αποκλίνουσες...] Τέλος πάντων, στον Ρήγα τότε υπήρχε η Κυρκική φράξια (η δεξιά), η "κυβερνώσα", η προσδεδεμένη στην ηγεσία (Μπανιάς τότε - οι "Κεντρώοι") και η αριστερή φράξια (του γράφοντος συμπεριλαβανομένου) σε διάφορες διαβαθμίσεις ριζοσπαστικότητας. Η ηγεσία κατέβασε λοιπόν μια γραμμή τότε που έλεγε πως η νεολαία είναι "καζάνι που βράζει", ριζοσπαστικό και κινηματικό. Οι εκατέρωθεν της ηγεσίας τάσεις μείναμε αμήχανοι από το εξωπραγματικό της εκτίμησης: είχαμε σαφέστατη την εικόνα πως η νεολαία έβαινε συντηρητικοποιούμενη, οι οργανώσεις της αριστεράς απομαζικοποιούνταν, η ΔΑΠ ήδη ανέβαινε στις σχολές, ο κόσμος εγκατέλειπε τις φοιτητικές συνελεύσεις, έξω από το πανεπιστήμιο οι τάσεις ιδιωτικοποίησης και ατομισμού ήταν στην ανιούσα, κοκ... Συμπλεύσαμε λοιπόν σε μια ανίερη συμμαχία αριστεράς-δεξιάς εναντίον του κέντρου. Είχαμε προφανώς δίκιο στην εκτίμησή μας. Στο τέλος της δεκαετίας η ΔΑΠ είχε γίνει πρώτη δύναμη, το ΦΚ παρωδία του εαυτού του και το κοινωνικό φαντασιακό ετοιμαζόταν να υποδεχτεί το εθνικιστικό παραλήρημα του "Μακεδονικού"... Πέραν τούτου μου ήταν ήδη τότε ορατό πως η διάχυτη και δημόσια απαξίωση της προσωπικής επιλογής "κάνω καριέρα για να βγάλω λεφτά" ως δηλωμένης επιθυμίας παιδιών της μεσαίας τότε τάξης τουλάχιστον, έδινε την θέση του σε εκείνο που ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 θα μετεξελισσόταν στο λάιφσταϊλ σαν υποκατάστατο επαγγελματικού προσανατολισμού. Η δεκαετία του 1990, με τον "υπαρκτό" να έχει καταρρεύσει και να πωλείται στα συντρίμμια-σουβενίρ από Τείχος του Βερολίνου, ήταν μια δεκαετία βαθύτατου κοινωνικού συντηρητισμού στην Ελλάδα και ο κατήφορος αυτός έφτασε στο ιδανικό αμόκ - κορύφωση με τον χρηματιστηριακό πυρετό και το σκάσιμο της φούσκας του ΧΑΑ στα τέλη της.

Η έκταση της επιρροής της αριστεράς

Η Ελλάδα από τότε λοιπόν ήταν μια από τις συντηρητικότερες χώρες της Δυτικής Ευρώπης είτε μέτρο συντηρητισμού θεωρηθεί ο ατομοκεντρισμός και η απαξίωση του συλλογικού, είτε αυτό αποτυπώνεται σε δημοσκοπήσεις αξιών της νεολαίας και των επιλογών ζωής που κυριαρχούν, είτε μετριέται με την σημασία που αποκτά ο καταναλωτισμός. Η ιδιωτική τηλεόραση ήρθε και, ανάλογα πως το βλέπει κανείς, ανέβηκε πάνω σε αυτό το ρεύμα ή το διαμόρφωσε, παρέα με το Κλικ και τα συναφή, με την διαφήμιση και το Ελληνάδικο να υπαγορεύει τη κυρίαρχη αισθητική. Ήρθε ο εθνικισμός, ο Χριστόδουλος, οι ιδιωτικοποιήσεις, τα νέα τζάκια ως μεγαλοεργολάβοι, διαμορφωτές της κοινής γνώμης, πρόεδροι ποδοσφαιρικών ομάδων ή πρότυπα και αντικείμενα θαυμασμού για την κοινωνία. Τάσεις που κατέγραφαν οι δημοσκοπήσεις και ο τύπος της εποχής ευκρινώς:

1998 - Προ δύο - τριών μηνών δημοσιεύθηκε μια δημοσκόπηση που έγινε μεταξύ νέων 15 ως 28 ετών, που είναι στην εφηβική και στη μετεφηβική ηλικία. Στο ερώτημα "Πιστεύετε στον Θεό;" η απάντησις ήτο "Ναι" σε ποσοστό 87% ­ ένα ποσοστό που είναι το ανώτερο που υπάρχει σε όλη την Ευρώπη. Οι Έλληνες νέοι λένε αυτό το πράγμα


2000- Σε έρευνα από την εταιρεία δημοσκοπήσεων Focus, [εκτιμάται] ότι θέλουν περίπου την αναγραφή του θρησκεύματος 47 %, προαιρετική καταγραφή του θρησκεύματος 33 % και μη αναγραφή του θρησκεύματος οι υπόλοιποι.


2003 - Ο πλέον πολιτικοποιημένος λαός της Ευρώπης κάποτε, οι Ελληνες, έχουν πάψει από καιρό να συζητούν πολιτικά μεταξύ τους. Αυτό είναι ένα μόνο από τα συμπεράσματα του τελευταίου Ευρωβαρόμετρου. Επιπλέον οι Ελληνες σπανιότατα πια χρησιμοποιούν την πειθώ κατά τις συζητήσεις τους και ακόμη πιο σπάνια καταφέρνουν να πείσουν τους συνομιλητές τους για τις απόψεις τους. Οσον αφορά τους θεσμούς που εμπιστεύονται, επιβεβαιώνεται η τάση των τελευταίων χρόνων: κόμματα και συνδικάτα βρίσκονται στην τελευταία βαθμίδα των προτιμήσεων. Αντιθέτως δικαιοσύνη, στρατός, Εκκλησία, αστυνομία, αλλά και οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, βρίσκονται στην κορυφή των προτιμήσεων.

Η ιδεολογική μετατόπιση αυτή της Ελληνικής κοινωνίας είναι και άμεσα μετρημένη:

Στην Ελλάδα, η διαχρονική εξέλιξη, μεταξύ 1985 και 1996, της κατανομής στην κλίμακα Αριστερά - Δεξιά σύμφωνα με τις δύο έρευνες του Ε.Κ.Κ.Ε. (Δώδος - Καφετζής κ.ά. 1990, Δώδος - Καφετζής - Νικολακόπουλος 1997), εμφανίζει μια σαφή μετατόπιση από τα Αριστερά προς το Κέντρο. Ο Καφετζής (1996: 195), εξηγώντας τις μεταβολές αυτές συμπεραίνει: «Πρόκειται για μια τάση ομόλογη προς την πολιτική και ιδεολογική κρίση που πλήττει τον εντεύθεν του κέντρου χώρο, προς προϊούσα συρρίκνωση του αριστερού πόλου και την αστάθεια των κεντροαριστερών θέσεων η οποία απολήγει σε πτώση της πολικότητας, και προς την διαδικασία παγίωσης της επιρροής και αύξηση της πολιτικής κινητοποίησης του κεντροδεξιού και δεξιού χώρου». Σύμφωνα με το Βούλγαρη (1990: 253), ο οποίος εξετάζει την περίοδο 1985-1989: «Φαίνεται ότι η πλέον αισθητή αλλαγή εντοπίζεται στη μείωση του αριστερού άκρου της κλίμακας. Παράλληλα εμφανίζεται μια διαστολή των κεντρώων και των ενδιάμεσων θέσεων του δεξιού τμήματος, ενώ στο δεξιό άκρο η μείωση είναι περιορισμένη».

Μπαίνοντας στην τελική ευθεία των Ολυμπιακών Αγώνων η συντηρητικοποίηση σε κάθε επίπεδο ήταν μια καταμετρημένη και για πολλούς ανησυχητική πραγματικότητα. Ο Χριστόφορος Βερναρδάκης γράφοντας στην Ελευθεροτυπία τον Δεκέμβρη του 2003 με αφορμή την αποτύπωση της συντηρητικής στροφής της Ελληνικής κοινωνίας σε πρόσφατη, τότε, έρευνα του ΕΚΚΕ, επιβεβαίωνε την τάση, με βάση τα ευρήματα της VPRC, και μιλούσε για "νεοσυντηρητική στροφή":

Η [συντηρητικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας και του εκλογικού σώματος] διαπερνά τις απαντήσεις στις υπό διερεύνηση παραμέτρους, που, ανάμεσα σε άλλα, περιλαμβάνουν τις κοινωνικές στάσεις απέναντι σε μεταρρυθμίσεις και δικαιώματα: σε σύγκριση με την περασμένη δεκαετία, η ελληνική κοινή γνώμη σε μεγαλύτερο βαθμό τάσσεται υπέρ της κατάργησης της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, κατά της αποποινικοποίησης των μαλακών ναρκωτικών, κατά της κατάργησης της υποχρεωτικής διδασκαλίας των θρησκευτικών, κατά του χωρισμού Εκκλησίας - κράτους και κατά της κατάργησης της αναγραφής θρησκεύματος στις ταυτότητες. Επίσης το 1/3 θέλει επαναφορά της απαγόρευσης των εκτρώσεων, η πλειοψηφία δέχεται παραβιάσεις στα δικαιώματα κατηγορουμένων για τρομοκρατία και συσπειρώνεται γύρω από ζητήματα «ηθικής τάξης» επικροτώντας την επαναφορά της θανατικής ποινής, αυστηρότερη εφαρμογή του νόμου, προληπτική λογοκρισία και επιδεικνύοντας «μηδενική ανοχή» απέναντι στους ομοφυλόφιλους και τους μετανάστες.


Ενα ακόμη από τα θέματα που φαίνεται να συγκροτούν τον πυρήνα μιας νεοσυντηρητικής κοινωνικής ατζέντας είναι αυτό της ασφάλειας, που συνδέεται με μια γενικευμένη οικονομική ανασφάλεια αλλά και ξενοφοβία, εγκληματοφοβία και εθνική ανασφάλεια. Εκτός από το αίτημα για καταπολέμηση της ανεργίας και του πληθωρισμού αναδεικνύεται με εντεινόμενο τρόπο η απαίτηση για «περισσότερη δημόσια ασφάλεια», ενώ διαπιστώνεται η κρίση θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Ανάλογα ήταν και τα συμπεράσματα του Γιάννη Μαυρή σχετικά με την κοινωνική και πολιτική συντηρητική ταυτότητα της Ελληνικής κοινωνίας...


Πηγή: VPRC

Το αριστερό τούνελ

Παράλληλα κάπου μεταξύ τέλους της δεκαετίας του 1980 και των αρχών της δεκαετίας του 1990 σπάει η σκυτάλη της πολιτικής κουλτούρας των κομμάτων της αριστεράς. Ενώ το πέρασμα από μια οργάνωση νεολαίας, αλλά και η ενεργός συμμετοχή σε έναν πολιτικό χώρο, ακόμα και ως "ανένταχτος" σήμαινε μια αναγκαστική εξοικείωση με βασικές αρχές της πολιτικής και πνευματικής παράδοσης και την ιστορία της ντόπιας και της παγκόσμιας αριστεράς, με την γενική περιρρέουσα κουλτούρα, αυτό διαλύεται: υπάρχει λύση συνεχείας και η παράδοση αυτή αρχίζει όχι να επανέρχεται αλλά να επανακαλύπτεται στα μέσα της δεκαετίας του 2000 όταν η κρίση πλέον και η επισφάλεια ξαναδημιουργούν μαζικές οργανώσεις της αριστεράς στη νεολαία και μια αναζωπύρωση της πολιτικής δράσης...

Όλες οι δημοσκοπήσεις διαχρονικά λοιπόν συντείνουν σε αυτό το συμπέρασμα: Η Ελλάδα σαφέστατα συντηρητικοποιείται πολιτικά και κοινωνικά από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2000, όχι αναγκαστικά συνεχώς, και όχι αναγκαστικά ομοιόμορφα (και, ενδεικτικά, ταυτόχρονα πέφτει και η ανάγνωση βιβλίων). Η μεταστροφή αυτή επιτρέπει τις σταδιακές ανακατατάξεις στην πολιτική και κοινωνική ζωή που αφήνουν τον δικομματισμό να αλωνίζει ατάραχος: η αριστερά περιθωριοποιείται, χάνει κάθε δίαυλο επικοινωνίας, ηττάται σε επίπεδο ηθικών προταγμάτων, και ιεραρχήσεων, σε όλα αυτά που συγκροτούν μια ιδεολογία.

Διάλυση

Ακόμα και σε χώρους όπου υπήρχε (υποτίθεται) μια ηγεμονία των αριστερών ιδεών, ιδίως στα πανεπιστήμια, η αριστερά ηττήθηκε από το διπλό χτύπημα της συντηρητικοποίησης φοιτητών και κοινωνίας και εκμαυλισμού / ενσωμάτωσης στον κυρίαρχο πασοκισμό. Αντίθετα από όσα λέγονται και εικάζονται από το 1989 και μετά (και πιο πριν) το φοιτητικό κίνημα διαλύεται, περιθωριοποιείται, οι φοιτητικοί σύλλογοι απομαζικοποιούνται, οι συσχετισμοί σε αυτούς συγκλίνουν με εκείνους της κοινωνίας: Η ΔΑΠ και η ΠΑΣΠ εισάγουν την πολιτική των πάρτι, των εκδρομών στη Μύκονο και της υλικοτεχνικής εξυπηρέτησης των φοιτητών (εξυπηρέτηση και πέραν της υλικοτεχνικής, βεβαίως), η φοιτητική συμμετοχή που οι δύο παρατάξεις σχεδόν μονοπωλούν εννοείται πλέον με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο εννοείται η συμμετοχή στελεχών των δύο κομμάτων σε πάσης φύσεως επιτροπές και διοικήσεις - σαν συμμετοχή παραγόντων και φοιτητοπατέρων. Η ΕΦΕΕ διαλύεται, τα αποτελέσματα των φοιτητικών εκλογών είναι ένα επαναλαμβανόμενο σουρεαλιστικό σκετς, κλάσης Μόντι Πάιθον...

Αυτό βοηθά στην οικοδόμηση της πελατειακότητας και στον πανεπιστημιακό χώρο, ενώ τα λεφτά που έρχονται από τα Ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα (και ο πληθωρισμός νέων τμημάτων στις εσχατιές της χώρας χωρίς κανέναν σχεδιασμό για λόγους μάλλον ρουσφετολογικούς) αυξάνουν την διαφθορά και την συναλλαγή με την εξουσία. Μέσα σε όλα αυτά το βασικό πρόβλημα της αριστεράς είναι ότι είναι από τις αρχές του 1990 διαλυμένη, αμήχανη, κατακερματισμένη με πολλαπλές αντίρροπες στρατηγικές και χωρίς ελπίδα. Είναι περιθωριακός παίκτης. Με μικρή δυνατότητα επηρεασμού.

Παράλληλα η διαδικασία του εκπασοκισμού και της "μετεγγραφής" προσωπικοτήτων σε κάθε είδους χώρους, συνεχιζόταν ακάθεκτη: από τον μακαρίτη τον Λεντάκη που προσχώρησε στην Πολιτική Άνοιξη και τον Μίκη που έγινε υπουργός του Μητσοτάκη, μέχρι την πρώην Πρόεδρο του ΣΥΝ, τον Μίμη Ανδρουλάκη και σωρεία άλλων στελεχών που έσπευσαν να στελεχώσουν τον εκσυγχρονιστικό οίστρο της κυβέρνησης Σημίτη, η φυγή προς την καριέρα ενός τόσο μεγάλου και "επώνυμου" τμήματος της αριστεράς προς τις διάφορες εκδοχές του σοσιαλφιλελευθερισμού α λα γκρέκα (που ξέρουμε πλέον πως δεν ήταν παρά εισαγωγή στην μεταστροφή προς τον σκληρότατο νεοφιλελευθερισμό)  ενός μπλερισμού με στοιχεία γιελτσινισμού δηλαδή, με τον οποίο η εναπομείνασα αριστερά έκοψε ευτυχώς κάθε σχέση...

Αλλά για τον πασοκισμό και τη μεταπολίτευση θα συνεχίσουμε στο β' μέρος της σειράς...

7.10.11

Κρίσιμες μέρες, μέρες οργής

Μια ημέρα στην διαδήλωση:

Η καταστολή της απεργίας 5/10/11 - Ένα βίντεο του Δημήτρη Μελέτη

Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει [στο iPad]



Μπέρτολτ Μπρεχτ: «Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει»

Ποιος έχτισε τη Θήβα την επτάπυλη;
Στα βιβλία δε βρίσκεις παρά μόνο βασιλιάδων ονόματα.
Οι βασιλιάδες είχανε τις πέτρες κουβαλήσει;
Και τη Βαβυλώνα που την κατέστρεψαν
πολλές φορές
ποιος τόσο πολλές φορές την έχτισε πάλι;
Της χρυσόλαμπρης Λίμα οι οικοδόμοι
σε ποια σπίτια κατοικούσαν;
Σε ποιο μέρος γύρισαν το βράδυ,
που το Σινικό Τείχος έτοιμο ήταν,
οι χτίστες;

Η μεγάλη Ρώμη γεμάτη ήταν
από αψίδες θριάμβων.
Ποιοι τις είχανε υψώσει;

Πάνω σε ποιους θριάμβευσαν οι Καίσαρες;
Το ξακουστό Βυζάντιο είχε για τους
κατοίκους του παλάτια μόνο;
Ακόμη και στη μυθική Ατλαντίδα,
τη νυχτιά που καταποντιζόταν,
τους σκλάβους τους φωνάζαν οι πνιγμένοι.

Ο νεαρός Αλέξανδρος κατέκτησε τις Ινδίες.
Μόνος αυτός;
Ο Καίσαρ τους Γαλάτες κατενίκησε.
Δεν είχε ουτ’ ένα μάγειρο μαζί του;

Ο Φίλιππος της Ισπανίας έκλαψε,
όταν ο στόλος του βυθίστηκε.
Δεν έκλαψε άλλος κανείς;
Ο Φρειδερίκος ο Β΄ νίκησε στον Επταετή Πόλεμο.
Και ποιος άλλος νίκησε, εκτός από αυτόν;
Κάθε σελίδα και μια νίκη.
Ποιος ετοίμαζε τα επινίκια φαγοπότια;
Κάθε δέκα χρόνια κι ένας μεγάλος άντρας.
Ποιος πλήρωνε τα έξοδά του;

Πόσα πολλά ιστορήματα!
Πόσα πολλά ερωτήματα!

1935, μετάφραση Μάριου Πλωρίτη (ηλεκτρονική πηγή εδώ)

5.10.11

Οι Γερμανοί που είναι όντως φίλοι μας


Προσωπική δήλωση στην οποία προέβη ο κ. Andrej Hunko, μέλος της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής του κόμματος DIE LINKE στις 29/09/2011 ενώπιον της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής στο πλαίσιο της ψηφοφορίας του νομοσχεδίου για την διεύρυνση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) (βίντεο με την ομιλία στα Γερμανικά)

Απόσπασμα από τα πρακτικά της ολομέλειας της Γερμανικής Βουλής 29/9/2011

Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι! Προβαίνω σε μία προσωπική δήλωση αναφορικά με την ψηφοφορία του EFSF και το κάνω ως κάποιος που κατάγεται από την ευρωπαϊκή πόλη του Aachen, ως κάποιος που μεγάλωσε στο τριεθνές αυτό σημείο ανάμεσα στο Βέλγιο την Ολλανδία και την Γερμανία και που συμμετέχει ενεργά στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση στο πλαίσιο της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αλλά και ως μέλος της Attac, μιας πανευρωπαϊκής οργάνωσης που πολύ νωρίς απαίτησε, μεταξύ άλλων, την φορολόγηση των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών.

Αυτή η συζήτηση που κάνουμε σήμερα, όμως, δεν έχει τίποτα να κάνει με φιλοευρωπαϊκά ή αντιευρωπαϊκά αισθήματα, το ζητούμενο εδώ είναι ποιος πρέπει να πληρώσει το κόστος της κρίσης.

Καταψήφισα το EFSF πρώτον, διότι είναι, ουσιαστικά, ο αερόσακος για τη χρηματοπιστωτική βιομηχανία αλλά και για τους κερδοσκόπους και τους χρηματοπιστωτικούς καρχαρίες, των οποίων η διάσωση πρόκειται να γίνει από φορολογικά έσοδα. Και αντί οι πιστωτές να συνεισφέρουν στα έξοδα που προκλήθηκαν από την κρίση, εγκαθιδρύεται ένας μηχανισμός κάλυψης κινδύνων για τα οφέλη που προκύπτουν από την κερδοσκοπία, ένας μόνιμος αγωγός από χρήματα των φορολογουμένων προς τον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο το απορρίπτω είναι ότι τα προγράμματα λιτότητας που συνδέονται με το EFSF οξύνουν ακόμα περισσότερο την κρίση σε χώρες όπως ακριβώς η Ελλάδα. Αντί να γίνονται - για παράδειγμα στην Ελλάδα - περικοπές στις κοινωνικές παροχές και η δημόσια περιουσία να βγαίνει στο σφυρί, θα ήταν αναγκαίο για την Ελλάδα ένα κοινωνικο-οικολογικό πρόγραμμα αναδιάρθρωσης, χρηματοδοτούμενο από την συμμετοχή πιστωτών, μια γενναία φορολόγηση επί του κεφαλαίου και η μείωση των υπέρογκων στρατιωτικών δαπανών.

Τρίτον, απορρίπτω το EFSF διότι μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση σημαίνει αποδημοκρατικοποίηση – και ειδικά απέναντι στο κοινοβούλιο μιας χώρας, της Ελλάδας, που είναι το λίκνο της δημοκρατίας στην Ευρώπη. Ειδικά τώρα με την κρίση θα ήταν αναγκαίο να οδηγηθούμε σε περισσότερη δημοκρατία – όπως για παράδειγμα στη συμμετοχή των πολιτών στη βάση δημοψηφισμάτων, όπως στην Ισλανδία όπου αποφασίστηκε με ψηφοφορία ποιος οφείλει να αναλάβει το κόστος της κρίσης στην υπόθεση της τράπεζας Icesave- Bank. Στην κρίση χρειαζόμαστε περισσότερη δημοκρατία, και όχι αποδημοκρατικοποίηση.

Η κρίση του ευρώ συνδέεται με την υπέρογκη αύξηση του ιδιωτικού πλούτου που, ουσιαστικά, αντιστοιχεί στο συνολικό δημόσιο χρέος σε επίπεδο Ε.Ε., καθώς και με τις τεράστιες αποκλίσεις του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μέσα στον χώρο του ευρώ. Προκειμένου να επιλυθεί η κρίση πρέπει το δημόσιο χρέος να μειωθεί με μια γενναία φορολόγηση επί της περιουσίας, το πλεόνασμα των γερμανικών εξαγωγών να εξισορροπηθεί με βιώσιμες αυξήσεις μισθών και να υπάρξει επιτέλους ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών. Τίποτα από όλα αυτά δεν προβλέπεται στο EFSF.

Ιδιαίτερη ντροπή αισθάνθηκα διαβάζοντας την επιστολή του Έλληνα Προέδρου της Βουλής, η οποία κοινοποιήθηκε σε όλους μας προχθές. Ζητεί την αναγνώριση και την εκτίμησή μας για τις περικοπές στον κοινωνικό τομέα, τις οποίες και απαριθμεί λεπτομερώς: περικοπές συντάξεων, περικοπές στον δημόσιο τομέα κ.ο.κ. Γνωρίζετε τον κατάλογο. Δεν μπορώ να εκφράσω εκτίμηση απέναντι σε μια τέτοια πολιτική.

Ούτε να ανταποκριθώ μπορώ σε αυτήν την πολιτική. Το αντίθετο: η υλοποίηση αυτού του προγράμματος δεν εκφράζει ούτε το άτομό μου, ούτε την κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος της Αριστεράς - Die Linke. Αντίθετα αναγνωρίζω και εκτιμώ τη αντίσταση που προβάλλει ο ελληνικός λαός ενάντια στην κοινωνική βαρβαρότητα που εκδηλώνεται στην χώρα του και ενάντια στην οικονομική ανοησία.

Επίσης θα ήθελα να εκφράσω την εκτίμησή μου προς το ισπανικό κίνημα "¡Democracia real YA!" που προσπαθεί σε συνεργασία με την Attac να δημιουργηθεί επιτέλους ένα πανευρωπαϊκό κίνημα προερχόμενο από την βάση: για μια διαφορετική Ευρώπη, μια κοινωνική Ευρώπη. Καλώ όλους να συμμετάσχουν στο πλαίσιο της Πανευρωπαϊκής Ημέρας Δράσης στο συλλαλητήριο της 15ης Οκτωβρίου μπροστά στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην Φρανκφούρτη. Αυτός είναι ο δρόμος της άμεσης συμμετοχής των πολιτών. Χρειαζόμαστε μια διαφορετική Ευρώπη, μια Ευρώπη που να είναι κοινωνική, αλλιώς αυτή η Ε.Ε. θα γίνει χίλια κομμάτια. Σας ευχαριστώ.