25.9.09

Ακραία Επιδέξιοι

Την προηγούμενη  εβδομάδα μιλήσαμε εν παρόδω για τον  Μπερλουσκονικό εσμό που διεισδύει τηλεοπτικά στο κοινωνικό σώμα και το καλύπτει εκζεματικά με ένα αποτρόπαιο στρώμα γλίτσας και λεπιών το οποίο καταστρέφει κάθε τι που ονομάστηκε, θετικώ τω τρόπω, πολιτισμός. Επανερχόμαστε στο θέμα γιατί το σηκώνει η προεκλογική περίσταση. Μιλάμε για την άνοδο της λαϊκιστικής ακρο/δεξιάς στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.

Στην Ευρώπη η  ακροδεξιά άνοδος συνήθως προκύπτει  έμμεσα, τροφοδοτούμενη από μη-εσκεμμένους τρόπους προπαγάνδας και διείσδυσης. Εν προκειμένω π.χ. το φασιστικό BNP στην Βρετανία, με πρόσφατη ευρωκοινβουλευτική εκπροσώπηση, σίγουρα έχει τροφοδοτηθεί έμμεσα από την αυτοκρατορική ξενοφοβία των ταμπλόιντ φυλλάδων: κοινωνικά άλλωστε οι συμπεριφορές και οι αξίες του BNP δεν απέχουν πάρα πολύ από εκείνες της «λαϊκής βάσης» της Μάργκαρετ Θάτσερ...

Και εδώ είναι  το πρόβλημα, σε όλη την Ευρώπη και  στην Ελλάδα: η ακροδεξιά επανέρχεται καβάλα στο πολιτικό και ηθικό στίγμα που παράγουν τα ΜΜΕ, από κοινού και σε συνέργεια με την κρίση (που για τα φτωχότερα και πιο ευάλώτα στρώματα δεν είναι πρόσφατη), τους φόβους απέναντι στον ξένο «εισβολέα» και τον νέο Ευρωσκεπτικισμό στις πλουσιότερες χώρες. Όλα αυτά αλέθονται σε ένα πατριωτικό υπερθέαμα από τα μίντια και παράγουν πλέον μια ιδεολογία, σχετικά συγκροτημένη τουλάχιστον στο διακηρυκτικό επίπεδο. Σε μερικές χώρες (Βέλγιο, Ολλανδία) η ισχυροποίηση της ακροδεξιάς είναι τέτοια που είναι δύσκολο να μπει σε πολιτική καραντίνα. Σε άλλες (Ιταλία, Αυστρία) ουσιαστικά κυβερνά ή κυβέρνησε.

Το νέο πρόσωπο  της λαϊκιστικής αυτής δεξιάς είναι μισό τσαμπουκάς – μισό κλόουν. Μπαίνοντας στον καραγκιόζ-μπερντέ  της μιντιακής μας πραγματικότητας, λ.χ. οι σκοτεινές σκιές πρώην τραμπούκων και ιδεολόγων του Μεταξά μεταμορφώνονται σε χαριτωμένους μπαρμπα-Γιώργους, αποτάσσονται τις ακρότητες και ταιριάζουν απόλυτα με τα σκηνικά ριάλιτι που στήνονται τριγύρω τους σαν σεράι του βεζίρη. Στην μεταμοντέρνα αυτή εκδοχή του ακροδεξιού φαινομένου (μια παράσταση με τίτλο «Ο Ιωάννης Μεταξάς παρουσιαστής τηλεσώου») επιδιώκεται ο δια της οικειότητας αποστιγματισμός της ακροδεξιάς εικόνας, η αποκήρυξη των ακροτήτων μέσω της φιλικής προς τον μεσαίο χώρο αναδιατύπωσής τους και η ανάδειξη του χώρου της ακροδεξιάς ως υπέρμαχου του Καλού σε μια σειρά ψευδή μανιχαϊστικά διλήμματα. Ο μανιχαϊσμός αυτός είναι επίκαιρα τοποθετημένος μέσα στο σύμπαν της πνευματικής νωθρότητας του λάιφσταϊλ και του αγοραίου νου, όπου κάθε ανάλυση είναι ύποπτη και κάθε σύνθετη σκέψη δείγμα αιθεροβασίας, ου μην αλλά και προδοσίας. Στο σύμπαν αυτό η υπεραπλούστευση και η συνομωσιολογία, η ηρωοποίηση και ο διασυρμός είναι οι βασικοί τρόποι πλοήγησης, και ο Ακατανόμαστος ή συγκυριακά πολυώνυμος, Εχθρός πάντα σε εγρήγορση – παρέα με τον Προδότη. Πρόκειται για την προαιώνια μάχη του απλοϊκού εναντίον της αναγνώρισης της πραγματικότητας ως σύνθετης. Πρόκειται για την προγραμματική υπόσχεση γενίκευσης και επιβολής του ύπνου του πνεύματος.

Η σημερινή λαϊκιστική ακρο/δεξιά είναι λοιπόν ανέκδοτα και γραβάτα, παίζει στα κοσμικά κουτσομπολιά και δείχνει μπούτι, φοράει Αρμάνι, είναι συνδαιτημόνας αστέρων και τους λόγους της τους χτενίζουν επικοινωνιολόγοι και διαφημιστές. Έχει πάντα το ένα μάτι στις δημοσκοπήσεις και το άλλο στην εξουσία. Είναι ένα ακόμα μιντιακό προϊόν.

Δεν παύει όμως να είναι επικίνδυνη.

17.9.09

Τα βωβά ντιμπέιτ: έξι σημεία για την προεκλογική περίοδο



Television, the drug of the Nation




Breeding ignorance and feeding radiation



                                    Disposable Heroes of Hiphoprisy, Television, 1992


 


1. Σε μια χώρα όπου οι τηλεσυζητήσεις είναι πλέον η βασική μορφή πολιτικού διαλόγου, είναι αναμενόμενη η έκπτωση της πολιτικής εκστρατείας σε διαφημιστική. Το παράδειγμα των ΗΠΑ γίνεται υπόδειγμα: η εκστρατεία Ομπάμα που πάτησε σε πραγματική διάθεση αλλαγής διαρθρώθηκε σαν εκστρατεία προώθησης προϊόντος και βραβεύτηκε ως τέτοια παίρνοντας το διεθνές βραβείο διαφήμισης Lion στις Κάννες. Η φιλοδοξία μεταφοράς της όλης καμπάνιας στα καθ’ημάς Βαλκάνια δεν είναι παρά ένα ακόμα προϊόν μαϊμού για τα πανέρια των μικροπωλητών της προπαγάνδας. Πρόκειται για κακής ποιότητας απομίμηση bon pour lorient.


2. Το όλο θέατρο με το τηλεοπτικό ντιμπέιτ είναι δηλωτικό της γενικότερης κατάστασης, αλλά και της αποστροφής και τρόμου του κυβερνητικού πολιτικού προσωπικού προς οτιδήποτε μπορεί να περάσει έστω και ξυστά από την ουσία. Σε μια φυσιολογικότερη χώρα, η διαδικασία θα οριζόταν από τους δημοσιογράφους και τα πολιτικά κόμματα και οι αρχηγοί θα καλούνταν απλά να συμμετάσχουν πάνω σε μια δεδομένη διαδικασία. Αυτό συμβαίνει ακόμα και στις ΗΠΑ. Εδώ όμως η επακριβής διαδικασία, μέχρι και της στάσης των σωμάτων συμπεριλαμβανομένης θα πρέπει να γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης και συμφωνίας. Πρόκειται για παραπολιτική παράσταση. Θεός φυλάξοι μην τυχόν και πέσουμε σε καμία κακοτοπιά, σε κάτι εκτός προγράμματος. Αλίμονο αν μπορούν να τεθούν ουσιώδη θέματα από τα οποία δεν μπορείς να ξεφύγεις με μια τρίπλα χωρίς να εκτεθείς, όσο και να ’ναι. Αλίμονο αν αφήσεις ανοικτή την πιθανότητα να τσαλακωθεί ο Αρχηγός, έννοια ιδιαίτερα φορτισμένη στην αρχομανή μας κοινωνία. Όλα είναι διαφήμιση, σφιχτά σκηνοθετημένη. Σημαίνον που ταυτίζεται με το σημαινόμενό του...


3. Προ ετών είχα σημειώσει με άλλη αφορμή τα εξής:


«Δεν αρκεί πια να πετάς πέντε συνθήματα, φωνασκώντας και συνεριζόμενος, μεταξύ διαφημίσεων, όλος ο πολιτικός σου λόγος οφείλει να είναι συνθηματολογικός και να αποφεύγει το συγκεκριμένο το οποίο μπορεί να "μπερδέψει" τον τηλεθεατή-πολίτη, ο οποίος "δεν ενδιαφέρεται" κατά τους παρουσιαστές για "τέτοιες λεπτομέρειες". Λεπτομέρειες όπως τι στο διάολο σκοπεύεις να κάνεις για την οικονομία άμα έρθεις στα πράγματα. Η ουσία του πολιτικού λόγου είναι το ρητορικό του περιτύλιγμα, προσεκτικά αποστειρωμένο από κάθε ψήγμα ουσίας. Ο διάβολος είναι στις λεπτομέρειες και εμείς αποτασσόμαστε τον Σατανά. Κρατάμε την πολιτική συζήτηση εκεί που την θέλουμε, ως πολιτικοί, ως δημοσιογράφοι, ως καναλάρχες, ως οραματιστές ενός δυστοπικότερου μέλλοντος, ως διαφημιστές: στο επίπεδο του μάρκετινγκ, στο επίπεδο της εικόνας. Εκεί καμία ουσιαστική δέσμευση δεν εμποδίζει την άσκηση πολιτικής, η οποία έχοντας μείνει μόνο διαφημιστικό σλόγκαν και γενικόλογη ρητορική της ατάκας, ξεφορτώνεται τον δημοκρατικό έλεγχο κρατώντας τα προσχήματά του...»


Τα πράγματα έκτοτε έχουν επιδεινωθεί.


4. Ο Έκο έλεγε πως ο Μπερλουσκόνι δημιούργησε με τα κανάλια του το είδος της κοινωνίας που θα τον εξέλεγε και θα τον αποδεχόταν ως αρχηγό. Εδώ τα κανάλια προετοιμάζουν εδώ και καιρό, με αισθητικό πρότυπο μια μετα-ΥΕΝΕΔ, την άνοδο της ακροδεξιάς ή/και την επικράτηση της ατζέντας της. Έτσι προκύπτει και η ένταση της επιμονής στο σύνθημα και στον αγοραίο λαϊκισμό. Η κενολογία που παριστάνει τον λόγο ουσίας είναι το ανώτατο στάδιο της διαδικασίας αυτής.


5.  Μεσούσης της κρίσης, λείπει όχι μόνο (όπως ήταν αναμενόμενο) η συζήτηση περί των αιτιών που την προκάλεσαν, αλλά και η συναίσθηση ότι δεν μπορείς να μιλάς για την Ελληνική οικονομία ερήμην της. Η ιδέα ότι ακολουθώντας την μία ή την άλλη συνταγή που γέννησαν ή που δεν μπόρεσαν να υπερβούν την κρίση ανά τον κόσμο, παρόλα αυτά, εδώ θα έχεις θεαματικά (και αντίθετα με τον υπόλοιπο κόσμο) αποτελέσματα, είναι εφαρμοσμένος παραλογισμός.


6. Όσο λιγότερα επιχειρήματα στο τραπέζι, τόσο λιγότερος δημόσιος έλεγχος, όσο λιγότερος έλεγχος, τόσο επικρατεί ο αυτόματος πιλότος και οδηγούμαστε στην προκαθορισμένη έκβαση: στην διεύρυνση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων, μεταξύ πολλών άλλων δυνάμει δυστοπικών εξελίξεων. Το θέμα είναι να επιλέξει κανείς να βάλει υγρά στα φρένα.

10.9.09

Ολοκληρωτική υποκρισία


Ο λιμός της Βεγγάλης, Βρετανική Ινδία 1943: ενάμιση εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν την ζωή τους εξαιτίας της βρετανικής πολιτικής επισιτισμού

Πάλι ο φαιοκόκκινος ολοκληρωτισμός…! Ας εξηγήσουμε την ουσία του ζητήματος: Αυτή η παθιασμένη εμμονή στην εξομοίωση του «κόκκινου» με τον «φαιό» ολοκληρωτισμό είναι μια ιδεολογική τρίπλα που χρησιμοποιείται στην συγκυρία πρωτευόντως για να πείσει πως ο δρόμος από την πρόσληψη γιατρών στα δημόσια νοσοκομεία για την κάλυψη παγίων αναγκών μέχρι το Κατύν και τις δίκες της Μόσχας είναι βραχύς και κατηφορικός.  Δευτερευόντως δε για να δώσει άλλοθι στους ναζί και να «δικαιώσει» εκ των υστέρων τους συνεργάτες τους ανά την Ευρώπη, αλλά και τα πολιτικά τους παιδιά.

Ο κλαυθμός και ο οδυρμός για τις σφαγές των «άλλων», που έγιναν τα παλιά χρόνια, κάποτε, είναι συνηθέστατα μια υστερόβουλη προπαγανδιστικής πρόθεσης πόζα– και είναι ειρωνεία της ιστορίας ότι είχε χρησιμοποιηθεί ως διαλεκτικό τερτίπι και από την ίδια την σταλινική και την μπρεζνιεφική ΕΣΣΔ. Είναι ενδιαφέρον ότι μεγάλο μέρος εκείνων που διαρρήγνυαν τα ιμάτιά τους για την Σοβιετική Εισβολή στο Αφγανιστάν, σήμερα χειροκροτούν το εκπολιτιστικό έργο του ΝΑΤΟ στην ίδια χώρα που πολεμά τους ίδιους (στην ιστορική τους εξέλιξη) αντιπάλους που πολεμούσε και η ΕΣΣΔ, με ανάλογες θηριωδίες. Μόνο που όταν τις έκανε η ΕΣΣΔ θεωρούνταν (και ορθά) εγκλήματα. Τα σημερινά, μας λένε οι απολογητές, είναι απλά ατυχήματα.

Προϋπόθεσή και αρωγός της ανιστόρητης σφαγειολογίας είναι η παράθεση μόνο των ιστορικών συμφραζομένων εκείνων που μπορούν να εξασφαλίσουν την άντληση πολιτικής υπεραξίας από κάθε πτώμα: Αξιοσημείωτη παράλειψη της αναφοράς π.χ στον Στάλιν είναι ότι τα πρώτα και τα βασικά θύματά του ήταν τα ίδια τα μέλη του κόμματος των Μπολσεβίκων (η πλειοψηφία των στελεχών που μετείχαν στο 17ο συνέδριο του ΚΚΣΕ ανάμεσά τους). Μια τέτοια επισήμανση όμως δεν θα ήταν προπαγανδιστικά αποδοτική. Όπως επίσης δεν θα ήταν κατά την ίδια έννοια αποδοτική η επισήμανση (που κάνει ο νομπελίστας Ινδός οικονομολόγος Αμαρτύα Σεν) ότι η καταστροφική πολιτική που οδήγησε ως Μεγάλο Άλμα προς τα Μπρος στους 25 εκατομμύρια πρόσθετους θανάτους, ήταν η ίδια που σε όλη την Μαοϊκή περίοδο εξαφάνισε τελικά τον υποσιτισμό – σε αντίθεση με την καπιταλιστική Ινδία που (όπως επίσης σημείωνε ο Σεν) είχε 4 εκατομμύρια νεκρούς από υποσιτισμό κάθε χρόνο, δημιουργώντας το φονικό ισοδύναμο ενός Μεγάλου Άλματος προς τα Μπρος κάθε 6 με 8 χρόνια.

Δεν είμαι καθόλου οπαδός του Ιωσήφ Στάλιν.  Υπήρξε στυγνός τύραννος, μια μετεξέλιξη του τσαρικού τρόπου διοίκησης στα πλαίσια ενός «λαϊκού κράτους» και με αντίστοιχες κατασταλτικές επιδόσεις: ο τελευταίος Τσάρος, ο Νικόλαος πρέπει ανά έτος βασιλείας να έχει συγκρίσιμες (αν όχι υψηλότερες) επιδόσεις με τον Στάλιν, μια και σε 15 χρόνια πλησίασε τα 2 εκατομμύρια θύματα. Είμαι λιγότερο απορριπτικός απέναντι στο Μαοϊκό καθεστώς, αν μη τι άλλο διότι στα 30 περίπου χρόνια της ύπαρξής του μεταξύ άλλων αύξησε το προσδόκιμο ζωής στην Κίνα από τα 35 που το βρήκε στα 69 χρόνια, μείωσε τον αναλφαβητισμό από το 80% στο 8% και έθεσε τις βάσεις για την έξοδο της Κίνας από τον τρίτο κόσμο. Ανάλογα θεαματικές επιδόσεις στην αύξηση των βασικών βιοτικών δεικτών είχε, σημειώνω, και το σταλινικό καθεστώς, γεγονός που επίσης αποσιωπάται σε αυτήν την λογιστική θανάτων που συνοδεύει την σχετική φιλολογία.

Αλλά όλη αυτή η ιστοριολογούσα ψευδοσυζήτηση ουδεμία ουσιαστική σχέση έχει με την καθ’ ημάς αριστερά, αλλά και την διεθνή αριστερά. Ουδέποτε υπήρξε, και φυσικά δεν υπάρχει σήμερα, καμία πιθανότητα το ΚΚΕ ή ο ΣΥΡΙΖΑ να οικοδομήσουν στρατόπεδα επανεκπαίδευσης ή γκουλάγκ στην Ελληνική επικράτεια. Αν μη τι άλλο η αριστερά στην Ελλάδα (αλλά και στην δυτική Ευρώπη) υπήρξε φορέας του δημοκρατικού αιτήματος απέναντι σε πραγματικούς και όχι δυνητικούς ολοκληρωτισμούς άλλων παρατάξεων και πολιτικών παραδόσεων. Αυτό δεν είναι κάποια ελληνική ιδιαιτερότητα: Στην Ινδία οι  (σταλινικοί στην αρχή) κομμουνιστές που εκλέγονται ως τοπική κυβέρνηση στο κρατίδιο της Κεράλα, περίπου αδιάλειπτα από το 1957, ουδέποτε καταδίωξαν οιονδήποτε – αντίθετα δημιούργησαν μια όαση υψηλών βιοτικών δεικτών στην Ινδία και την πιο εγγράμματη και την λιγότερο διεφθαρμένη περιοχή της χώρας. Στο Νεπάλ οι μαοϊκοί αντάρτες τηρώντας όλες τις δημοκρατικές διαδικασίες συμμετέχουν στην διακυβέρνηση της χώρας ως πρώτο σε ψήφους κόμμα, θεσμικότατα και έχοντας συμβάλει τα μέγιστα στην πτώση του προηγούμενου τυραννικού βασιλικού καθεστώτος στην χώρα. Ο κόσμος που την δεκαετία του 1950 (γιατί μόνο παλαιοημερολογίτες είναι σταλινικοί σήμερα για να εξηγούμαστε) πίστεψε στον Στάλιν, δεν πίστεψε στις διώξεις και στην εκτέλεση αντιφρονούντων, πίστεψε στην προπαγάνδα του σταλινικού καθεστώτος και σε μια ιδεατή Σοβιετία, που δυστυχώς αποδείχθηκε πως δεν υπήρχε. Το κομμουνιστικό κίνημα, ανεξάρτητα από τις τερατογενέσεις και τα ψευδεπίγραφα, ιστορικά θεωρούσε εαυτόν πάντα προκεχωρημένη φρουρά του διαφωτισμού. Ο ναζισμός (για να υπενθυμίζουμε τα αυτονόητα) υπήρξε αντίθετα προγραμματικός και λυσσασμένος αντίπαλός του.

Τα διδάγματα είναι λοιπόν κάπως πιο αμφίσημα και σύνθετα στην πραγματική τους διάσταση από ότι το μανιχαϊστικό θέατρο σκιών μιας ιδεολογικά φορτισμένης ποπ-ιστορίας που ενδύεται τον μανδύα της ανθρωπιστικής ευαισθησίας.

Όλα αυτά βέβαια δεν πρέπει να αποκρύπτουν την ουσία: η αριστερά σήμερα δεν μπορεί να έχει και δεν πρέπει να έχει αυταπάτες για την φύση των λαϊκών καθεστώτων των περασμένων δεκαετιών. Αξίζει να μελετάει όμως την εμπειρία τους και την ιστορική τους πορεία και το έργο, αν μη τι άλλο για να αποφεύγει τις κακοτοπιές και τις δυστοπικές παρεκκλίσεις.

Διότι το θέμα δεν είναι να επιλέγεις τους σφαγείς με τους οποίους συστρατεύεσαι, αλλά να συστρατεύεσαι για ένα κόσμο χωρίς σφαγείς.

3.9.09

Στα αριστερά των εκλογών


Πολιτική συζήτηση στην τελευταία ΚΠΕ του ΣΥΝ


Από μια άποψη ο Κ. Καραμανλής, συνεχίζοντας την παράδοση να προκηρύσσει εκλογές μέσα στα Ευρωμπάσκετ, είναι ευεργέτης της Αριστεράς:


Μετά από ένα επικό φεστιβάλ θερινού αυτομαστιγώματος με αφορμή την μη-θεαματική άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές, η ηγεσία του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ αναγκάζεται πλέον να παρατήσει τόσο το μαστίγιο όσο και την εντατική ομφαλοσκόπηση και να ιεραρχήσει κάπως υψηλότερα τετριμμένα πράγματα της καθημερινότητας. Πράγματα όπως το γεγονός ότι η ανεργία, επίσημη και πραγματική εκτινάσσεται σε πρωτοφανή ύψη, τα δάση γύρω από την Αθήνα έχουν γίνει στάχτη, η ακροδεξιά επιβάλλει την ατζέντα της στο πολιτικό σύστημα και υιοθετείται από τα ΜΜΕ και διάφορες προτάσεις από διεθνείς καλοθελητές ζητούν περίπου την εξαθλίωση σε επίπεδα τρίτου κόσμου μεγάλου ποσοστού των κατοίκων της χώρας. Η βάση μπορεί ανακουφισμένη να ελπίζει ότι το φεστιβάλ εξευτελισμού των κοινών ιδεωδών σταματά από σήμερα.


Η μαζοχιστική αυτή πανδαισία επισημαινόταν και ενθαρρυνόταν από μεγάλα συγκροτήματα του τύπου, και διάφορους άσπονδους φίλους της αριστεράς, με τέτοια επιμονή που ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να είναι το κόμμα που ανά ψηφοφόρο και ημέρα έχει δει να γράφονται για αυτό το τελευταίο τρίμηνο (σε συνέχεια του τελευταίου έτους) τις περισσότερες αναλύσεις (στην πλειοψηφία τους σκωπτικές, απορριπτικές και καταγγελτικές) παγκοσμίως. Είναι αξιοσημείωτο πως το γεγονός αυτό δεν χτύπησε κανένα καμπανάκι αυτοσυγκράτησης σε κανέναν.


Το πρωτόγνωρο για την αριστερά δεν είναι το γεγονός των έντονων διαμαχών, των φραξιονισμών, των εντάσεων. Αν μη τι άλλο από την εποχή της Τασκένδης  π.χ. έχει υπάρξει αισθητή βελτίωση, δεν υπάρχουν μαχαίρια πια και δεν τρέχει αίμα στους δρόμους. Το πρωτόγνωρο είναι ότι ένα μέρος των αντιπαραθέσεων μοιάζει να μην έχουν ουσιαστικά πολιτική βάση, ή αν έχουν αυτή δεν δηλώνεται ανοιχτά, αλλά προσωποποιείται με έναν έμμεσο και εν τέλει απολίτικο τρόπο. Αυτό όμως ενδέχεται να είναι ένα από τα ζητήματα που θα λύσουν δια τις βίας οι προκηρυχθείσες εκλογές.


Άλλωστε οι τριβές που έχουν προκύψει είναι αναμενόμενες και  είχαν παραμεριστεί  μόνο και μόνο χάρη στην δημοσκοπική παραίσθηση που ξεκίνησε τον χειμώνα του 2008. Διότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα παγκοσμίως μοναδικό πείραμα ενότητας μεταξύ παραδόσεων που είχαν μέχρι πρότινος σχέσεις ανοιχτής αντιπαράθεσης, αλλά και άνισων μεταξύ τους συνιστωσών. Παράλληλα τόσο η συγκυρία των τελευταίων ετών όσο και η ταχεία μεταμόρφωση της Ελληνικής κοινωνίας έχουν δημιουργήσει και συγκλίσεις στην αριστερά και αποκλίσεις. Δεν είναι παράδοξο που οι καινούριες σχέσεις κοινωνικής εκπροσώπησης που πάει να κτίσει ο ΣΥΡΙΖΑ σκοντάφτουν στις παλιές. Αναμενόμενο και επιθυμητό ακόμα είναι να υπάρξουν εσωτερικές εντάσεις και κρίσεις. Αυτό που δεν ήταν αναμενόμενο και επιθυμητό ήταν η διείσδυση στην σχετική συζήτηση ενός τηλεοπτικής ποιότητας λόγου της ατάκας και της καταγγελίας. Αλλά κάθε συγκυρία έχει τις δικές της παιδικές αρρώστιες... ή γεροντικές.


Διέξοδος λοιπόν της αριστεράς από το αυτοεπιβληθέν της τέλμα είναι η φυγή προς την κοινωνία κάτι που μέσα στην κρίση δεν είναι δα και δύσκολο να συμβεί. Οι κοινωνικοί αγώνες αναμένεται να ενταθούν, κάθε κρίση φέρνει πάντα στο στόχαστρο τα κεκτημένα των ασθενέστερων και είναι μονόδρομος για την αριστερά να μπει μπροστά και να αποτελέσει την ασπίδα (ου μην αλλά και την αντιπρόταση) της κοινωνίας απέναντι στις εξαιρετικά δυσάρεστες τροπές που μπορεί να πάρει η συστημική κρίση που ζούμε, αλλά και οι άλλες που σοβούν ή ήδη εκτυλίσσονται (π.χ. κλίμα, πόροι, ρύπανση)... Μέσα σε μια κοινωνικά και πολιτικά «επιτυχημένη» αριστερά υπάρχουν πολύ ευρύτερα και άνετα περιθώρια ουσιαστικής συζήτησης και ιδεολογικών διαφοροποιήσεων.


Υπάρχει βέβαια και η πιθανότητα ήττας. Η παράδοση της αριστερής κοινωνικής αντιπολίτευσης στην αδράνεια και την αμηχανία του Περισσού. Δεν θα είναι η πρώτη ήττα της αριστεράς άλλωστε. Αλλά η συγκυρία είναι δύσκολη και οι συνέπειες μιας τέτοιας ήττας οδυνηρές πολύ πέραν της στενής «αριστεράς». Η κατάρρευση μιας ουσιαστικής προσπάθειας συνεννόησης και σύγκλισης της αριστεράς όπως ο ΣΥΡΙΖΑ (και η συνακόλουθη του ΣΥΝ, μην γελιόμαστε) δεν αφορά μόνο έναν μηχανισμό ή έναν εκλογικό σχηματισμό. Η καταψήφιση του ΣΥΡΙΖΑ ισοδυναμεί επί της ουσίας με την καταψήφιση των θεμάτων που έχει αναδείξει με την πολιτική του δράση. Διότι έτσι λειτουργούν οι μηχανισμοί νομιμοποίησης και πολιτικής επικοινωνίας σήμερα. Η επίθεση που δέχεται με εντυπωσιακή ένταση τον τελευταίο καιρό ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αφορά κάποια πρόσωπα, τον «αριστερισμό» του, κάποια «λάθη» του πραγματικά ή φανταστικά. Δεν αφορά την ηγεσία του, ούτε τελικά την «πτώση» του ΣΥΝ από την «ευπρέπεια» στον «λαϊκισμό». Αφορά τα θέματα που θέτει ως ενιαίος οργανισμός από την βάση μέχρι την ηγεσία μετ’ επιτάσεως στην κεντρική πολιτική σκηνή, τις κοινωνικές του επιλογές, την ένταση της καταγγελίας της νεοφιλελεύθερης ιδεοληψίας και της συστημικής διαφθοράς με ανυποχώρητο τρόπο, θέματα που όλοι γνωρίζουν πως έχουν δυνητικά τεράστιο κοινωνικό έρεισμα. Δεν είναι τυχαίο πως το ΛΑΟΣ ορίζεται το ίδιο ως πολιτικός αντίποδας του ΣΥΡΙΖΑ και δεν θα είναι καθόλου άνευ σημασίας η υπερίσχυση έστω και εκλογικά του ΛΑΟΣ επί της αριστεράς.


Για τους μη-αριστερούς η αριστερά είναι ο θεματοφύλακας των καθημερινών αγώνων, των «λαϊκών δικαίων», εργαλείο κοινωνικής εγρήγορσης. Για τους αριστερούς η αριστερά είναι συνευθύνη τους. Οι ηγεσίες αποτυγχάνουν γιατί η βάση,  ο περίγυρος, οι συνοδοιπόροι τις αφήνουν. Η εκλογική επιβίωση του εκάστοτε πολιτικού φορέα της (ή και των φορέων της ίσως) είναι αναγκαία (όχι βέβαια και ικανή) προϋπόθεση προοπτικής μιας κοινωνικής αριστεράς που θα διεκδικήσει πολιτικά και πολιτισμικά ξανά την ηγεμονία στην Ελλάδα και την Ευρώπη.